Η Αριστερά είναι η σκέψη στην πράξη, ένας συνδυασμός θεωρητικής γνώσης, επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικο-ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Αλλά σε μεγάλο βαθμό η θεωρητική συζήτηση έχει εγκαταλειφθεί, το αριστερό ινστιτούτο απαξιώθηκε, η ιδεολογία επαναλαμβάνει θέσεις και αντιπαραθέσεις που ίσχυαν τον 20ό αιώνα, αλλά όχι σήμερα. Πρέπει να γυρίσουμε σελίδα, να αλλάξουμε το κατά Τομας Κουν παράδειγμα. Ξεκινάμε μια σειρά άρθρων για το τι μπορεί να είναι η Αριστερά τον 21ο αιώνα.
Παραγωγή και εργασία
Η πολιτική ιδεολογία αλλά και η κομματική αρχιτεκτονική αποτυγχάνουν αν δεν απορρέουν από την κοινωνική πραγματικότητα ή αν δεν μπορούν να εκφράσουν αποτελεσματικά τις λαϊκές αγωνίες. Ας αρχίσουμε λοιπόν εξετάζοντας τις αλλαγές στην παραγωγή και την εργασία του ύστερου καπιταλισμού.
Ο συνδυασμός του μεταφορντισμού, της παγκοσμιοποίησης και των νέων τεχνολογιών έχει αλλάξει ριζικά την κοινωνική διαστρωμάτωση. Η παραγωγική διαδικασία, η εργασία και οι τάξεις παίρνουν σταδιακά μια νέα, άυλη μορφή. Ο εργαζόμενος και η αξία του δεν καθορίζονται πια από ένα πεπερασμένο σύνολο σωματικών δυνάμεων ή διακριτών γνώσεων αλλά από τη «δυνητικότητά» του, την εν δυνάμει ύπαρξη, γνώση και εργασία του.
Ο πρώιμος Μαρξ εισήγαγε στο Grundrisse την έννοια της γενικής διάνοιας, της διαδικασίας και του προϊόντος της συλλογικής γνώσης. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό, οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενσωματώνοντας νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο. Σήμερα η γενική διάνοια έχει ριζοσπαστικοποιηθεί και αποτελεί βασική παραγωγική δύναμη.
Η επιστήμη, η νοητική εργασία και δικτύωση, η ψηφιακή οικονομία, η επικοινωνία, η παιδεία και επιμόρφωση, τα logistics, η συναισθηματική και ψυχολογική υποστήριξη ευάλωτων προσώπων αποτελούν καίριους χώρους οικονομικής δραστηριότητας. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πια στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών. Είναι ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γινόταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: σκέψεις, ιδέες και λόγια πηγαίνουν αμέσως στην αγορά. Η άυλη παραγωγή στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες.
Η αλλαγή όμως είναι πιο ριζική. Ο εργαζόμενος της κεϊνσιανής εποχής είχε τα ίδια χαρακτηριστικά στις δραστηριότητές του: στη δουλειά, στο σπίτι, στο μπαρ, στο κόμμα και το συνδικάτο, στα γήπεδα. Ανήκε σε συλλογικότητες που καθόριζαν την ταυτότητά του. Σήμερα, ο δικτυωμένος ατομιστής ζει μια σύνθετη πραγματικότητα, με διαφορετικές και αντικρουόμενες πλευρές στη δουλειά, τον ελεύθερο χρόνο, τις κοινωνικές και ταυτοτικές ομάδες στις οποίες συμμετέχει φυσικά ή στο Διαδίκτυο.
Οι πολίτες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι εύπλαστοι και εύθραυστοι, επιθετικά εγωιστές και απελπισμένα μελαγχολικοί, η ανασφάλεια και η επισφάλεια μόνιμοι συνοδοί τους. Η αλλαγή αυτή φαίνεται και στη ζωή και στην παραγωγική διαδικασία. Οι εργαζόμενοι έχουν χάσει την ασφάλεια της εργασίας. Καλούνται να αναπτύσσουν και να καλλιεργούν συνεχώς νέες ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες συνεργασίας, δικτύωσης και χρήσης των συνεχώς εξελισσόμενων τεχνολογιών. Η ταξική πάλη έχει μεταφερθεί από τους χώρους της εργασίας, όπου τα εργατικά δικαιώματα βρίσκονται σε υποχώρηση, σε όλη την κοινωνία, που έχει γίνει το σημερινό εργοστάσιο, αλλά και ο χώρος πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης.
Η πολιτική αποκεντρώνεται και ασκείται σε πολλαπλούς χώρους, στη δουλειά, τη γειτονιά, τις πολιτισμικές δραστηριότητες, τις ψηφιακές εφαρμογές. Νέες θεματικές, ευέλικτες και απρόβλεπτες μορφές λαϊκών κινητοποιήσεων και πολιτικής δράσης εμφανίζονται που δημιουργούν συμβάντα που αλλάζουν την ισορροπία δυνάμεων. Στα παραδοσιακά «νέα» κινήματα έχουν προστεθεί δίκτυα αντίστασης, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, κινήματα ταυτοτήτων, αλληλεγγύης και πολιτισμού, πρωτοβουλίες κοινωνικής οικονομίας και ποικίλες μονοθεματικές καμπάνιες.
Πολιτική στρατηγική
Η ταξική και επαγγελματική κατάτμηση σημαίνει ότι η κοινωνία διατρέχεται από διαφορές, εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ τάξεων, κλάδων, επαγγελμάτων και ιδεολογιών που δεν ακολουθούν την κλασική κοινωνιολογική ή μαρξιστική ανάλυση: δημόσιοι εναντίον ιδιωτικών υπαλλήλων, υψηλόμισθοι εναντίον χαμηλόμισθων, αυτοαπασχολούμενοι εναντίον υπαλλήλων, άνεργοι εναντίον εργαζομένων, Ελληνες εναντίον μεταναστών. Αυτή η πολυδιάσπαση δεν επιτρέπει την παλιότερη αντιστοίχιση τάξης, ιδεολογίας και κόμματος και έχει οδηγήσει στην κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης και του κόμματος που στην κλασική πυραμιδωτή μορφή του δεν ανταποκρίνεται στην κοινωνική και πολιτική οργάνωση.
Η πολιτική παρέμβαση πρέπει να αναγνωρίζει τις πολλαπλές εντάσεις στο κοινωνικό σώμα και την έλλειψη αριστερόστροφης ιδεολογίας. Το κόμμα δεν αντιπροσωπεύει, αλλά πρέπει να δημιουργήσει κοινωνικά και να εκφράσει πολιτικά τη μεγαλύτερη δυνατή σύγκλιση πολλών κοινωνικών μερών στον «λαϊκό» πόλο. Οι πολλαπλές ταυτότητες γίνονται βάση της ριζοσπαστικής πολιτικής.
Σε αυτή την κατεύθυνση αναπτύσσονται τρία είδη πολιτικού ανταγωνισμού και οι ανάλογες στρατηγικές: ο ταξικός, ο κινηματικός και ο λαϊκός. Η ταξική πολιτική προχωράει από τους πιο ευάλωτους προς τα μικρομεσαία εισοδήματα, τη μικρή επιχειρηματικότητα, τους νέους επαγγελματίες. Οπως τονίζει ο Πικετί, η φορολογική πολιτική στρέφεται προς το μεγάλο εισόδημα αλλά οι ανισότητες μπορούν να μειωθούν μόνο με τη φορολόγηση της μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας.
Η αναδιανομή επομένως δεν είναι απλώς συστατικό της δίκαιης ανάπτυξης. Οι μεταρρυθμίσεις αποσκοπούν στη μεταφορά πόρων από το κεφάλαιο στους εργαζόμενους και ισχύος από το κράτος στους πολίτες. Εδώ ο μεταφορντικός καπιταλισμός γίνεται σύμμαχος. Το δικτυωμένο άτομο, οι ανοργάνωτοι μισθωτοί με τις πολλαπλές εργασιακές σχέσεις, χωρίς ενιαίους χώρους εργασίας και κοινό κεφάλαιο, έχουν τεράστιες γνωσιακές και εμπειρικές ικανότητες.
Ξέρουν να συνεργάζονται για να παράγουν από κοινού αγαθά και υπηρεσίες. Η κοινωνικότητα δεν δημιουργείται μέσα σε κοινό εργασιακό χώρο, αλλά μέσω ενιαίου παραγωγικού σχεδίου, μιας άυλης διαδικασίας. Πρέπει οι γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά να μεταφερθούν στην πολιτική. Χρειάζονται πολιτικοί και πολιτιστικοί φορείς που κατανοούν και συμμετέχουν στη γενική διάνοια.
Ο δεύτερος άξονας απευθύνεται στις αλληλλοκαλυπτόμενες υποκειμενικότητες των εργαζομένων. Πρώτα, στις ταυτότητες φύλου, εθνότητας, σεξουαλικότητας ή θρησκείας. Δεύτερο, το δικαιωματικό, με κινήματα που δραστηριοποιούνται κυρίως γύρω από τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τους αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους. Και, τέλος, το περιβαλλοντικό, που κατευθύνει τον δικαιωματικό ανθρωποκεντρισμό προς έναν οντολογικά πλούσιο ορισμό της ζωής.
Η τρίτη αντιπαράθεση της προοδευτικής λαϊκότητας συντονίζει τα ταξικά υποκείμενα, ενσωματώνει τις διαφορετικές δυναμικές, συγκεντρώνει και υπερβαίνει τις εντάσεις των άλλων δύο. H πολιτική παρέμβαση δεν αντιπροσωπεύει αλλά πρέπει να κατασκευάσει κοινωνικά και πολιτικά τη μεγαλύτερη δυνατή συμπόρευση, να οργανώσει τη σύγκλιση τάξεων, κλάδων και επαγγελμάτων με τα ταξικά, δικαιωματικά και λαϊκά χαρακτηριστικά.
Ο λαός ως υποκείμενο δημιουργείται κάθε φορά που η κοινωνία διαιρείται πολιτικά με τη σύγκλιση κλάδων, τάξεων και επαγγελμάτων στον έναν πόλο μέσα από την απαραίτητη αντιπαράθεσή τους με τους «από πάνω». Για να πετύχει η διαίρεση, η γραμμή πρέπει να ουδετεροποιεί, έστω προσωρινά, τις τοπικές εντάσεις και κλαδικές αντιπαλότητες βρίσκοντας σημεία σύγκλισης. Ενα σύνολο ασύνδετων αρχικά αιτημάτων, πολύμορφων αγώνων και ποικιλόμορφων δυσαρεσκειών συγκεντρώνεται σε κοινό τόπο και χρόνο.
Τι θα εμφανιστεί ως αντίπαλο δέος και εκφραστής της εξουσίας τη στιγμή της διαίρεσης είναι αντικείμενο πολιτικού υπολογισμού και συγκυρίας – τέτοιες πετυχημένες γραμμές υπήρξαν η απόρριψη των μνημονίων και οι επιβολές των δανειστών, η παντελής αποτυχία της δικαστικής εξουσίας μετά το έγκλημα των Τεμπών, η μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Τέτοιες διαιρετικές γραμμές υπάρχουν εν δυνάμει αλλά πρέπει να ενεργοποιηθούν από τα κάτω: η επίθεση στη διαφθορά, η αντίσταση στην άνοδο του νεοφασισμού, ο ανθρωποφάγος νεοφιλελευθερισμός.
Συνεχίζουμε.
(Από την παρέμβαση στο συνέδριο «Παραγωγική Ελλάδα 2030».)
Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου
