ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να ξεκινήσω απολογούμενος για την καθυστέρηση. Στον τέταρτο χρόνο της πλέον η μεγάλη επιτυχία της ομάδας Gaff -η σκηνική μεταφορά του έργου που εκτόξευσε τον Χρόνη Μίσσιο στην κορυφή της πεζογραφίας μας, στα μέσα της δεκαετίας του ’80- βρίσκει επιτέλους τον δρόμο και προς τον σχολιασμό της από αυτήν εδώ τη στήλη. Μα η καθυστέρηση έχει και τα καλά της· γιατί στο μεταξύ μεσολάβησε η εξίσου επιτυχημένη παράσταση των «Νεκρών Ψυχών» και ο αναχρονισμός λειτουργεί σαν φίλτρο που φωτίζει καθαρότερα τη δραματουργική και σκηνοθετική ταυτότητα της ομάδας.

Η ίδια πάλη με το κείμενο κι εδώ, για να εξαχθούν τα πιο αυθεντικά και σωματικά σκηνικά ευρήματα… Η ίδια συλλογική γραμμή διαμοιρασμού του νοήματος ανάμεσα στα μέλη… Το ίδιο χειροποίητο, αυτοσχέδιο και «φτωχό» θέατρο, με τα διαφανή ίχνη της μπρεχτικής διδασκαλίας και τις ευανάγνωστες πολιτικές σημάνσεις. Και πάνω απ’ όλα, η ίδια αίσθηση πως αυτό που επιτελείται επί σκηνής, κι αν ξεκινά από τον πεζό λόγο, ανήκει ολόκληρο στο θέατρο και τον κόσμο του. Με τρόπο μάλιστα τέτοιο, ώστε να πιστεύει κανείς πως εδώ η θεατρική πράξη δεν απομειώνει αλλά επαυξάνει το λογοτεχνικό της πρότυπο.

Το «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» δεν είναι ασφαλώς η πρώτη απόπειρα της ομάδας Gaff, μα δίχως αμφιβολία είναι το εγχείρημα που την έκανε γνωστή σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από τον στενό κύκλο των θεατρόφιλων. Ισως γιατί εδώ υπήρχε κάτι στο ίδιο το έργο που οδήγησε τις προθέσεις των δημιουργών στη δημιουργικότερη στιγμή τους. Και πού ξεκινά αυτό; Μα, στη βιωματική κατάθεση και στη γραφή του ίδιου του αγωνιστή συγγραφέα.

Ο Μίσσιος ανακαλύπτει τη γραφή στο τέλος μιας περιπέτειας ολόκληρου βίου και της προσδίδει το ριζικό της στοιχείο, εκείνο που η σύγχρονη «λογοτεχνία» έχει σε μεγάλο βαθμό αποθέσει κάτω από πολλαπλές επιχωματώσεις. Μέσα από τη γραφή αναζητά το ύστατο και ασφαλέστερο μέσο διατήρησης της φωνής των ανθρώπων· τη βαθύτερη πάκτωση της εμπειρίας τους· τον μοναδικό τρόπο για να αναβιώσουν και να επιζήσουν όσα κινδυνεύουν να λησμονηθούν. Είναι, τέλος, το δώρο του προς όσους τον συντρόφευσαν, και δεν έχουν σήμερα τρόπο να ακουστούν, αλλά και προς εκείνους στους οποίους οφείλει την κατάθεση των λαθών της γενιάς του. Η γραφή, λοιπόν, στον Μίσσιο είναι πράξη ταυτόχρονα προσωπική και δημόσια: το κατώφλι ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς».

Είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που μας οδηγούν στην καρδιά της παράστασης στο Σύγχρονο Θέατρο. Συνηθίζουμε να θεωρούμε πως η δραματουργία στο θέατρο αφορά τη μεταφορά ενός λογοτεχνήματος στη σκηνή. Μα είναι κάτι πολύ περισσότερο, όταν βέβαια λειτουργεί ως δυναμικό στοιχείο της παράστασης. Αυτό που αποδεικνύει η εργασία της Σοφίας Καραγιάννη και της Μυρτώς Αθανασοπούλου είναι πως «δραματουργία» σημαίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανάδυση των ίδιων των δράσεων, των εικόνων και ρυθμών που συμπυκνώνουν την ανθρώπινη αφήγηση.

Τραγική ιστορία

Η εργασία του θεάτρου στην ουσία της δεν είναι άλλη από τον επαν-ανθρωπισμό της γραφής και της ιστορίας που αυτή μεταφέρει. Γι’ αυτό κάθε τέτοια «μεταφορά» στο θέατρο, ακόμη και της πιο τραγικής ιστορίας, κρύβει στο τέλος της μια μικρή, αθόρυβη νίκη του Ανθρώπου που, όρθιος, συνεχίζει να ιστορεί και να παρασταίνει τα πάθη του.

Τα σημειώνω αυτά στο περιθώριο της μεταφοράς του Μίσσιου στο Σύγχρονο, γιατί πιστεύω πως αυτά ακριβώς οδήγησαν την ομάδα σε αυτή την ερμηνευτική πληρότητα. Η Σοφία Καραγιάννη και τα μέλη της Gaff διάβασαν το έργο του Μίσσιου σαν ένα άλλο «κιβώτιο»: ένα πολύτιμο φορτίο που, χωρίς τη ζωντανή μαρτυρία, χωρίς τη βιωμένη, σωματική και έμπαθη αλήθεια του, κινδυνεύει να φτάσει άδειο στον προορισμό του. Δούλεψαν συλλογικά πάνω στις δράσεις του κειμένου και στα σκοτεινά του σημεία, αφαιρώντας όσα ανήκαν περισσότερο στη γραφή τού «εγώ» και φωτίζοντας όσα άνοιγαν τον ορίζοντα τού «εμείς».

Ο λόγος του Μίσσιου, όπως είναι γνωστό, είναι ψευδοδιαλογικός· εφορμά από την απεύθυνση προς έναν νεκρό συναγωνιστή του, εκείνον που είχε την «τύχη» να εκτελεστεί στην αρχή του Εμφυλίου και να αποφύγει έτσι τα μαρτύρια, την περιπλάνηση και τις διαψεύσεις που ακολούθησαν. Κι όμως, όσο κι αν ο τίτλος ανήκει στο πεδίο του μαύρου χιούμορ, το έργο ξεχειλίζει από αγάπη για τη ζωή.

Η σύλληψη ότι αυτό το έργο, το γεμάτο πάθη, τραύματα και εφιάλτες, δεν αποδίδεται παρά ως ένα κυριακάτικο τραπέζι, όπου ο αφηγητής καλεί τους παλιούς συντρόφους, είναι μια σπάνιας ομορφιάς και δύναμης θεατρική ιδέα. Γιατί το θέατρό μας, περισσότερο ίσως από τη λογοτεχνική κριτική, διείδε τι κρυβόταν πίσω από τη γραφή του Μίσσιου: μια επιμνημόσυνη γιορτή αδελφοσύνης, συγχώρεσης και ευωχίας.

Και αν στην πορεία η Ιστορία με τη βία και την απανθρωπιά της χαλάσει το τραπέζι, μαγαρίσει τον Αρτο και σκορπίσει τον Οίνο, τίποτα δεν θα έχει χαθεί στην ουσία. Στο τέλος, η κοινωνιά θα δοθεί και πάλι στους ζώντες και τους πεθαμένους· και το δείπνο -σαν χοή εν μέσω μιας ρημαγμένης πραγματικότητας- θα τελεστεί ως ο θρίαμβος της αληθινής ζωής επί του θανάτου.

Τα πάντα συμβαίνουν γύρω από το τραπέζι (σκηνικά και κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα) κι είναι πρόκληση να μετουσιώσεις το στενό αυτό πλαίσιο σε όσα η αφήγηση του βιβλίου εκτείνεται: στρατόπεδα, φυλακές, θάλασσες, βασανιστήρια, συλλήψεις… Μα, είπαμε, το θέατρο θέλει να βάλεις αυτά στο φόντο και να κοιτάξεις στο κέντρο τον Ανθρωπο. Ετσι κι εδώ, η εστίαση βρίσκεται στο σώμα των ερμηνευτών, που καθώς αφηγούνται, επιστρέφουν διαρκώς στον εαυτό τους, στην κίνηση που επιμελήθηκε η Μαργαρίτα Τρίκκα.

Ερμηνευτές

Ποτέ στην πραγματικότητα δεν «βλέπουμε» τους ήρωες του έργου· στη σκηνή παραμένουν από την αρχή ώς το τέλος οι ερμηνευτές τους, φορώντας ο καθένας με αξιοπρέπεια την εσθήτα της προσωπικής του κατάθεσης. Είναι οι Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Κωνσταντίνος Πασσάς, Δημήτρης Μαμιός και Γιάννης Μάνθος, που αφηγούνται τα πρόσωπα καθώς τα κουβαλούν και τα παρουσιάζουν, καθώς τα υποστηρίζουν διαλεκτικά. Αυτό συγκρατεί τη συγκίνησή μας στα σωστά της όρια, μα πετυχαίνει κι αυτό: δημιουργεί την αίσθηση μιας ομάδας που μοιράζεται πρώτα μεταξύ της το έργο, πριν το κοινωνήσει σε όλους εμάς. Κι αν ο ρόλος του αφηγητή παραμένει σταθερός, στον Ιωσηφίδη, όλοι συντελούν στη συγκρότηση μιας κοινότητας ανθρώπων, μα και αξιών, αρχών, αντιλήψεων, που πλαισιώνουν τον αφηγητή στη διαδρομή του.

Σεμνή και καίρια η μουσική παρέμβαση του Μάνου Αντωνιάδη, άρτιοι οι φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου.

Για τέταρτο χρόνο το έργο του Μίσσιου ξεκινά το ταξίδι του στον ΚεραμΕικό. Μια χοή προς τους αγαπημένους συντρόφους· προς εκείνους που, μέσα σε μια «χαμένη ζωή», κέρδισαν κάτι κρυφό και μεγάλο: το δικαίωμα να ψιθυρίζουν ακόμη σε εμάς την αλήθεια τους, πίσω από τις φωνές της Ιστορίας.