Στη συζήτηση στη Βουλή για θέματα εξωτερικής πολιτικής, την περασμένη εβδομάδα, ο πρωθυπουργός στη δευτερολογία του είπε μια φράση που συζητήθηκε: «Φροντίζω η χώρα να μην είναι πια το ρεντίκολο της Ευρώπης όπως ήταν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ». Δεν ήταν αυτή η μόνη προκλητική ατάκα του: η εφημερίδα μας μέτρησε συνολικά εφτά απρεπείς στιγμές του. Εμείς όμως θα λεξιλογήσουμε για το ρεντίκολο.
Η λέξη ρεντίκολο είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για κάποιον που έχει γελοιοποιηθεί, που έχει γίνει ρεζίλι. Γίνομαι ρεντίκολο σημαίνει γελοιοποιούμαι, εξευτελίζομαι, ντροπιάζομαι· κάνω κάποιον ρεντίκολο, τον γελοιοποιώ, τον εξευτελίζω. Είναι δάνειο από το ιταλικό ridicolo, που ανάγεται στο λατινικό ridiculus «αστείος, γελοίος» και στο ρήμα rideo «γελάω». Το i τράπηκε σε ε λόγω της παρουσίας του ρ, κάτι που συμβαίνει συχνά σε δάνειες λέξεις. Ομόρριζα σε άλλες γλώσσες είναι το ridiculous των αγγλικών (γελοίος) ή το γαλλικό ridicule.
Η λέξη πρέπει να μπήκε στα ελληνικά στα μεσαιωνικά χρόνια, αφού στον Κατζούρμπο του Χορτάτση βρίσκουμε το παράγωγο «ριδικολόζος». Στα Επτάνησα έχει και παράγωγα, π.χ. ρεντικολάρω. Ο Γεώργιος Σουρής, στην έμμετρη «Αυτοβιογραφία» του δηλώνει ότι θα αφηγηθεί τη ζωή του «προτού οι βιογράφοι μου καθ’ όλα μ’ ανατάμουν / κι εις όλην την υφήλιον ρεντίκολο με κάμουν».
Περίπου συνώνυμο με το ρεντίκολο είναι το ρεζίλι, τουρκικό δάνειο (rezil). Προς επίταση, λέμε «γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών», ή ρεντίκολο των σκυλιών, αλλά και ρεντίκολο της κοινωνίας. Γιατί των σκυλιών; Ισως από την τουρκική παροιμία «σαν γεράσει ο λύκος γίνεται ρεζίλι των σκυλιών», ίσως επειδή οι σκύλοι βρίσκονται στο χαμηλότερο σκαλί.
Εδώ και μερικές δεκαετίες γινόμαστε επίσης ρόμπα, προς επίταση ρόμπα ξεκούμπωτη. Στις πολλές αποχρώσεις της γελοιοποίησης βρίσκουμε ακόμα τον περίγελο (και «του κόσμου το περίγελο»), το μπαίγνιο ή τον καραγκιόζη (κάτι που είναι μεγάλη αδικία). Κάποιος που εξευτελίζεται μπορεί επίσης να γίνει θέαμα ή θέατρο. Απ’ όλες αυτές τις εκφράσεις η πιο αιχμηρή, που λέγεται πιο δύσκολα σε σοβαρό περιβάλλον, είναι το ρεντίκολο, ίσως επειδή οι δυο τελευταίες συλλαβές του θυμίζουν, κατά σύμπτωση, τον κώλο.
Ομως ο κ. Μητσοτάκης σκόπιμα επέλεξε να προκαλέσει με το ρεντίκολο, αντί για το ηπιότερο ρεζίλι ή τον ακόμα πιο ήπιο «περίγελο». Υποθέτω πως δεν του ξέφυγε, το ίδιο και η σκαιή φράση που απεύθυνε στη Ζωή Κωνσταντοπούλου «Μην γκαρίζετε». Ο τραμπισμός, που τόσο τον έχει ενστερνισθεί ο πρωθυπουργός μας, «απελευθερώνει» και τη φρασεολογία.
Είναι βέβαια θράσος να μιλάει για γελοιοποίηση της χώρας ο πρωθυπουργός που έφερε την Ελλάδα στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. σε όλους τους δείκτες· ο πρωθυπουργός του Πρέντατορ, της Πύλου, των Τεμπών· ο άνθρωπος που ανάγκασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εκδώσει ψήφισμα για την καταρράκωση του κράτους δικαίου· ο καρπαζοεισπράκτορας της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Βγήκε η πομπή στη στράτα κι αναγέλα τους διαβάτες, λέει μια παροιμία, κύριε Μητσοτάκη.
