Κάπου μέσα στη νύχτα αυτή τριγυρίζει ο αναστεναγμός σου και συ ψάχνεις να τον συναντήσεις. Είναι που μέσα στη μέρα ο εαυτός σκορπάει. Χωρίς να το καταλαβαίνεις. Αφήνεις ένα κομμάτι σου εδώ, ένα εκεί, κάποιο άλλο το σκάει στα κρυφά χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Γι’ αυτό το απόγευμα γυρνάς εξαντλημένος. Είναι που έμεινε τόσο λίγο από τον εαυτό σου επάνω σου που δεν καταφέρνει καλά καλά να στηρίξει αυτό το σώμα. Μέσα στην ημέρα είμαστε η ίδια μας η αποδημία. Μια απομάκρυνση που διαρκώς μαζεύεται στον ύπνο. Εκεί πλάθεται και πάλι ο εαυτός. Ανάμεσα σε ροχαλητά και όνειρα. Και τελικά εμείς είμαστε πάντοτε αυτό που μας περισσεύει, μια υποσημείωση που δεν ερμηνεύει το σύνολο, ούτε το επεξηγεί, αλλά απλά το συγκρατεί. Να μη χαθεί στις τρεις ηπείρους και τις πέντε θάλασσες.
Εκεί έξω κάπου, εκεί περιφέρεται ο αναστεναγμός σου. Και χάνεται στους δρόμους σαν πεταλούδα που την τραβούν τα φώτα της πόλης. Ολα τα φώτα ταυτόχρονα, έτσι ώστε να μην έχει τελικά κάποιο προορισμό που να μπορεί να την ικανοποιήσει. Μπροστά στις βιτρίνες των κλειστών μαγαζιών, μπροστά σε παρέες άλλων ηλικιών που δεν αναγνωρίζει πια τους τρόπους τους. Μπροστά από φραγμένα παντζούρια, φραγμένα σπίτια, φραγμένα πρόσωπα. Πόσα πολλά ρολά. Και πότε σκλήρυναν έτσι οι άνθρωποι; Κάθε τι στην όψη τους μοιάζει φτιαγμένο να σε διώχνει. Και συ προχωράς αναζητώντας τον σαν όλη η νύχτα γύρω να μην είναι άλλο από μια σκιά, σκιά μιας άλλης μέρας, μέρας τεράστιας που ξημερώνει κάπου αλλού, για κάποιον άλλο και τώρα σε έπνιξε ο ίσκιος της.
Μα ο αναστεναγμός σου κρύβεται. Σε ήχους νυχτερινούς και θορύβους της νύχτας, σε άλλους αναστεναγμούς ερωτικούς, σε μακρινές φωνές μακρινών ανθρώπων που μαζεύτηκαν, σε ήχους ανεπαίσθητους τη μέρα μα τώρα εκκωφαντικούς. Ετσι σιωπηλός δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το πού αρχίζει, το πού τελειώνει η φωνή σου. Μόνο για τα λόγια αυτά που δεν εκστόμισες. Τους χαιρετισμούς σε κάποιον γνωστό που έκρινες καλύτερο να κάνεις πως δεν είδες, τις κατάρες σε κάποιον από τους τόσους άγριους που σκέφτηκες για ακόμη μια φορά να ανεχθείς, τα λόγια αυτά τα αυθόρμητα που είπες πως ταιριάζουν πια σε μια άλλη ηλικία και πως ο τρόπος σου τώρα είναι η σύνεση.
Σήμερα τη νύχτα ολόκληρη η πόλη αναστενάζει. Και συ προχωράς ενώ υπόσχεσαι πως από εδώ και πέρα το αύριο θα σε ξεκουράζει από το σήμερα, πως όλα ξεκινούνε στο μεθαύριο, πως υπάρχει ακόμη χρόνος. Και είσαι κουρασμένος, τόσο κουρασμένος για να σχεδιάσεις, αλλά ξέρεις πως μόλις τον βρεις (τον αναστεναγμό) όλα θα πάνε καλά, όλα θα μπορούν να θριαμβεύσουν και μες στη σιωπή τους να ξεκουραστούν. Ετσι σκέφτεσαι ενώ παίρνεις τους νυχτωμένους δρόμους, τα νυσταγμένα πεζοδρόμια, περνώντας τις κοιμισμένες διαβάσεις. Υπάρχει άραγε κάποιος που μπορεί να μετρήσει –αν όχι να μετρήσει, έστω να νιώσει– τη στιγμή αυτή τον συλλογικό ύπνο της πόλης; Από τους ύπνους βγαίνουμε διαρκώς. Και παίρνουμε τους δρόμους. Αναζητώντας τους αναστεναγμούς μας.
Μα τίποτα δεν γίνεται. Καμία φανέρωση, καμία συνάντηση. Η ώρα έχει πάει αργά. Και εσύ γυρνάς άπραγος σπίτι. Βγάζεις τα ρούχα και κάθεσαι στην πολυθρόνα. Και ενώ κάθεσαι, βουλιάζεις, όλο και πιο βαθιά, και χάνεσαι. Σε παίρνει ένας ύπνος απότομος, τόσο απότομος που δεν θα προλάβεις καν να αντιληφθείς, πριν κλείσουνε τα μάτια, τον εαυτό σου να αναστενάζει.
