Διέτρεξα πρόχειρα, σε λεξικά, διαδίκτυο, αλλά και στη μνήμη, φράσεις μεταφορικές ή γλωσσικά ιδιότυπες –αργκό και σλανγκ–, γνωστής είτε άγνωστης προέλευσης γι’ αυτόν που κάνει τον ανήξερο, που ενώ γνωρίζει, προσποιείται ότι δεν γνωρίζει: Κάνει το κορόιδο, την πάπια, σουρμάκο, τουμπεκί ψιλοκομμένο, τον Γερμανό, τον Κινέζο, το κάνει γαργάρα, ποιεί ή ποιείται την νήσσαν…
Πολλά τέλος πάντων που υποδηλώνουν όποιον προσποιείται άγνοια· ακόμα κι αν η πάπια δεν είναι το γνωστό πτηνό που το βάζουν σε λίμνες να το ταΐζουμε μπουκιές από κουλούρια και είναι –τώρα το πληροφορήθηκα– παραφθορά παλατιανού τίτλου στο Βυζάντιο, ένα είδος κλειδοκράτορα, άρα έμπιστου του αυτοκράτορα, με την (άγνωστης προέλευσης) επωνυμία παπίας, εκ των οποίων παπιών ο διασημότερος και φρικωδέστερος στο να κάνει τον παπίαν, δηλαδή την πάπια, ήταν ένας επώνυμος εμπαθής, συκοφάντης που υποκρινόταν τον αθώο, τον φίλο και τον δεν-ξέρω-τίποτα· αντίθετο του ξερόλα. Αυτός λεγόταν Ιωάννης Χανδρινός και ήταν δεξί χέρι του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, μπορεί και αριστερό, αν ο Βασίλειος Β΄ ήταν αριστερόχειρ.
Μετά από αυτά τα γλωσσικά ή παρα-γλωσσικά, πιθανόν και ιστορικά ή παρα-ιστορικά, ασφαλώς όλοι –έστω οι περισσότεροι– φτάσαμε σε στιγμές που να χρειαστεί, ακόμα και να επιβάλλεται, κάπου να κάνουμε την πάπια, για να αποφύγουμε μπελάδες ή να γλιτώσουμε άλλους από μπελάδες. Το να είσαι όμως πρωθυπουργός μιας χώρας. Να σε ρωτάει μια δημοσιογράφος σε συνέντευξη επί θέματος που ανέφερες. Και να απαντάς, μετά από 2 ώρες και 11 λεπτά, κάνοντας την πάπια… Οτι δεν γνωρίζεις το θέμα, ότι θα ρωτήσεις και θα μάθεις, ενώ το θέμα το έκανε νόμο και το ψήφισε η κυβέρνησή σου, που το βεβαιώνει το υπουργείο (σου) των Οικονομικών…
Ε, αυτό εκφεύγει των ορίων γλωσσικών και πολιτικών ιδιότυπων και περνάει σε ομοταξίες άλλων πτηνών και άλλων αυλικών που, πέραν της προσποίησης, έχουν να κάνουν με το ήθος και την εντιμότητα…
