ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ατίθασα πουλάρια και μοσχαράκια, σκυλάκια που περιμένουν με ανυπομονησία ένα χάδι, κουκουβάγιες με μεγάλα μάτια, ένας ταύρος έτοιμος να επιτεθεί… Μια ιδιόμορφη, μικρή εικαστική «Φάρμα» με ζώα και πουλιά, από μπρούντζο και πέτρα, περιμένει όσους επισκέπτες, μικρούς και μεγάλους, της Εθνικής Γλυπτοθήκης στο Αλσος Στρατού, στου Γουδή, επιθυμούν να γνωρίσουν πώς η ζωοπλαστική εκφράστηκε από σημαντικούς Ελληνες και Ελληνίδες καλλιτέχνες του περασμένου αιώνα, από τη δεκαετία του 1940 έως και τη δεκαετία του 1970, με ρεαλιστική αλλά και αφαιρετική διάθεση.

«Από τα έργα που ανήκουν στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, στη “Φάρμα” τοποθετήθηκαν μόνο εκείνα που το μέγεθος και το υλικό επιτρέπει την έκθεσή τους σε υπαίθριο χώρο», εξηγεί το σκεπτικό της νέας, μόνιμης έκθεσης η Τώνια Γιαννουδάκη, επιμελήτρια της Συλλογής Νεοελληνικής και Ευρωπαϊκής Γλυπτικής της ΕΠΜΑΣ. Είναι έργα που «αποκαλύπτουν τη σχέση, τα συναισθήματα και την ξεχωριστή ματιά του κάθε καλλιτέχνη απέναντι στα ζώα ή τα πουλιά που θέλησε να απεικονίσει: την τρυφερότητα για το δικό του κατοικίδιο ή για το κατοικίδιο κάποιου γείτονα, αλλά και για τα άγνωστα ζώα που χρησιμοποίησε ως μοντέλα. Την οικειότητα που δημιουργείται με τα ζώα που αποτελούν συνηθισμένες εικόνες του καθημερινού του περιβάλλοντος, αλλά και τον θαυμασμό που προκαλούν ο δυναμισμός, η μεγαλοπρέπεια, ακόμη και το μυστήριο που κρύβουν τα άγρια ζώα και πουλιά».

Να λοιπόν που μας υποδέχεται η «Σκύλα» (1955) του Θανάση Απάρτη (1899-1972), που γεννήθηκε με έμπνευση τη σκυλίτσα του γείτονα του καλλιτέχνη, στο Παρίσι. Ηρεμη, με το κεφάλι χαμηλωμένο σαν να περιμένει χάδι, τραβάει την προσοχή των επισκεπτών του πάρκου, των κατοικιδίων τους, αλλά και μιας αλεπουδίτσας, όπως την απαθανάτισε ένα βράδυ ο φακός. Ο Γιάννης Αντωνιάδης (1935-2001), πάλι, σμίλεψε ρεαλιστικά τον δικό του «Σκύλο» (πριν από το 1973), με το κεφάλι τεντωμένο μπροστά, σαν να περιμένει ή να οσμίζεται κάποιον.

«Σε ήρεμη στάση παριστάνεται και ο “Μικρός ταύρος” (1971) του Νικόλα Δογούλη (1937-2013). Στην περίπτωση αυτή, όμως, το ζώο αποδίδεται με σχηματοποίηση και λιτότητα που παραπέμπουν στην αρχαϊκή τέχνη, την οποία ο καλλιτέχνης είχε γνωρίσει την περίοδο 1963-1967, όταν εργαζόταν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», επισημαίνει η επιμελήτρια της έκθεσης. Από την άλλη, ο «Ταύρος» (1970) του Αντώνη Καραχάλιου (1919-2009), με χαμηλωμένο κεφάλι και κέρατα προτεταμένα, μοιάζει έτοιμος να επιτεθεί.

Χαριτωμένες οι «Κουκουβάγιες» που σκάλισε απευθείας στην πέτρα το 1958 η Μπέλλα Ραφτοπούλου (1902-1992), «έργο που αποπνέει μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης, καθώς τα πουλιά μοιάζουν κουρνιασμένα πάνω σε ένα δέντρο μέσα στη νύχτα».

Ωστόσο τα πρωτεία στη ζωοπλαστική έχει η Φρόσω Ευθυμιάδη (1916-1995), η οποία πίστευε ότι η τέχνη πρέπει να συνοδεύει τον άνθρωπο στην καθημερινή του ζωή κι έκανε πολλά ζώα με ζωντανά μοντέλα, τα οποία άφηνε να τρέχουν μέσα στον κήπο της… Πολύ όμορφα το «Αλογάκι» και το «Μοσχαράκι» της, που προορίζονταν για δημόσια πάρκα, ωστόσο η έναρξη του πολέμου ματαίωσε τα σχέδια. Από τα ταξίδια της στη Νότια Αμερική εμπνεύστηκε τα «Ζώα των Ανδεων» (1954) σε αφαιρετικό ύφος. Αποτύπωσε επίσης στιγμές αρμονικής συνύπαρξης στα «Πουλιά» (πριν από το 1972), δυναμισμό και επιβλητικότητα στον «Αετό» (1956), έκανε τον «Φτερωτό άρχοντα» συγκολλώντας βέργες ορείχαλκου.

Σήμερα που στα περισσότερα σπίτια τα κατοικίδια θεωρούνται «οικογένεια» και η vegan ταυτότητα εξαπλώνεται, η μέριμνα για τα ζώα, η διάσωση, η φροντίδα, η προστασία, η νομική προστασία των δικαιωμάτων τους βρίσκονται στην ατζέντα φιλοζωικών οργανώσεων, δήμων, δημόσιων και ιδιωτικών πρωτοβουλιών. Aλλά και στο πεδίο της τέχνης, στα καθ’ ημάς, είχαμε την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη έκθεση «Why look at animals?» στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης -που επιτρέπει την είσοδο στα κατοικίδια- εστιάζοντας στην ηθική και πολιτική διάσταση της συμπεριφοράς μας στα ζώα, καταδεικνύοντας τους βίαιους, συχνά αόρατους, µηχανισµούς εκµετάλλευσης και συστηµατικής κακοποίησής τους.

Εικαστικός περίπατος μετ’ εμποδίων

Στην Εθνική Γλυπτοθήκη τέτοιου είδους προβληματισμοί δεν τίθενται, τουλάχιστον ξεκάθαρα. Το καλλιτεχνικό κομμάτι είναι που κυριαρχεί, μάλλον απλοϊκά και παλιομοδίτικα, καθώς η έκθεση προσκαλεί σε μια γνωριμία με μια εικαστική φάρμα -τα ενημερωτικά πάνελ και QR code είναι πολύ χρήσιμα-, σε έναν ευχάριστο περίπατο στο Πάρκο Στρατού, σαν τα γλυπτά ζώα να βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον. Κι αυτό όμως το εξωτερικό περιβάλλον της Εθνικής Γλυπτοθήκης των 6,5 στρεμμάτων, με τα τεράστια γλυπτά του Ζογγολόπουλου, του Γαΐτη, του Παπαγιάννη και άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικό.

Εκ πρώτης όψεως μοιάζει απεριποίητο, ενώ δυσκολίες υπάρχουν και στη σήμανση, καθώς οι δυνατοί άνεμοι ρίχνουν την πινακίδα που κατευθύνει το κοινό στην είσοδο του μουσείου-θησαυροφυλάκιο της νεοελληνικής γλυπτικής. Η διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης καταβάλλει προσπάθειες για να αυξήσει την επισκεψιμότητα στη Γλυπτοθήκη μας, με μουσικές εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, όμως όπως φαίνεται χρειάζονται και άλλες ενέσεις εξωστρέφειας.

ℹ️ Εθνική Γλυπτοθήκη. Πρόσβαση Αλσος Στρατού, Γουδή, τηλ.: 210 7709855. Είσοδος πεζών από λεωφ. Κατεχάκη. Μετρό Γραμμή 3, στάση Κατεχάκη. Γραμμές 140, 242, στάση Νοσοκομείο Αεροπορίας. Για Ι.Χ. υπάρχει χώρος στάθμευσης