Κάθε καλοκαίρι που περνάει και αφήνει την εθνική ομάδα μακριά από τις διακρίσεις σε μεγάλη διοργάνωση (Ευρωμπάσκετ, Παγκόσμιο, Ολυμπιακοί) αυξάνει το βάρος και μεταθέτει την πίεση για το επόμενο. Η «γαλανόλευκη» από το 2009, που κατέκτησε το τελευταίο της μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του Κατοβίτσε, μετράει πλέον 16 ολόκληρα χρόνια μακριά από το βάθρο, κινούμενη μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με μοναδικό παράσημο ότι δεν έχει χάσει κανένα μεγάλο ραντεβού σε αντίθεση με ουκ ολίγες παραδοσιακές δυνάμεις που δεν τα έχουν καταφέρει.
Παρά την τροποποίηση του συστήματος πρόκρισης, με τα περίφημα «παράθυρα» να δίνουν το εισιτήριο για τις τελικές φάσεις, καταφέρνει να βρίσκεται εκεί, παρότι -με ελάχιστες εξαιρέσεις- τη μάχη τη δίνουν και την κερδίζουν φιλότιμοι διεθνείς που δύσκολα χωράνε στη σύνθεσή της όταν έρχεται η ώρα.
Τότε είναι η ώρα του Γιάννη Αντετοκούνμπο και των παικτών που αγωνίζονται στην Ευρωλίγκα με τη φανέλα των «αιωνίων».
Μ’ αυτά και με εκείνα όμως το κενό συνεχίζει να μεγαλώνει και οι προσδοκίες που δημιούργησε η ευλογία της παρουσίας ενός σταρ παγκόσμιου βεληνεκούς όπως είναι ο «Greek Freak» μαζί με μια γενιά που στα μικράτα της είχε γίνει χρυσή, μοιάζουν με «κανονάκια» που αρχίζουν να λιγοστεύουν.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη φορά ο πήχης έχει τοποθετηθεί χαμηλά. Περισσότερο στη λογική να μην «τσακιστούμε», αν το μοτίβο παραμείνει και φέτος αμετάβλητο, και να χαρούμε πολύ περισσότερο αν έρθει η πολυπόθητη επιτυχία.
Η ιστορία έδειξε ότι έχουν γίνει καλές και κακές προσπάθειες. Με πολλούς προπονητές και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Από πέρσι στο τιμόνι κάθεται ο Βασίλης Σπανούλης ως η αιχμή του δόρατος ενός επιτελείου (Ντικούδης, Ζήσης) που συμμετείχε στους θριάμβους της περιόδου 2005-2009 και πλέον έχει περάσει στον ρόλο του καθοδηγητή μετά χαρτοφυλακίου. Η περσινή πρόκριση στο ολυμπιακό τουρνουά ήταν ένα βήμα μπροστά, που δεν είχε ανάλογη συνέχεια στο Παρίσι.

Μακάρι να ήταν όλοι αισιόδοξοι, όπως θέλει να φαίνεται ο κόουτς Σπανούλης, όμως η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για την απαισιοδοξία που κυριαρχεί πριν από το τζάμπολ. Το τοξικό κλίμα μεταξύ των δύο «αιωνίων» που όσο πάει γίνεται και χειρότερο, οι αρνήσεις συμμετοχής παικτών που θα μπορούσαν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας (Παπαγιάννης, Ρογκαβόπουλος), οι τραυματισμοί άλλων που έχουν το ειδικό βάρος να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο με την ποιότητα και την εμπειρία τους (Καλάθης, Γουόκαπ, Παπαπέτρου) είναι η μία πλευρά του φεγγαριού.
Η άλλη είναι ότι -για να είμαστε και ειλικρινείς- υπάρχουν χώρες που έχουν προοδεύσει αξιοποιώντας τα υλικά τους με αποτέλεσμα να δείχνουν καλύτερες από εμάς τόσο από πλευράς έμψυχου υλικού όσο και από πλευράς ομοιογένειας και αυτοπεποίθησης.
Κλασικότερα παραδείγματα η Σερβία ή η Γερμανία, που μας έχουν αναγκάσει να βλέπουμε σταθερά την πλάτη τους. Ευτυχώς που αυτή τη φορά οι Ισπανοί και οι Γάλλοι είναι γεμάτοι προβλήματα και δεν μοιάζουν τόσο απλησίαστοι.
Η version της Εθνικής που ξεκινάει από τη Λεμεσό με minimum στόχο να φτάσει στη Ρίγα, όπου θα διεξαχθούν τα νοκ άουτ από τη φάση των 16 μέχρι τον τελικό, είναι λίγο διαφοροποιημένη.
Η επιστροφή του Σλούκα μετά από τρία χρόνια και η (αναγκαστική) επιλογή του Ντόρσεϊ για τη θέση του νατουραλιζέ είναι δύο από τις βασικές διαφοροποιήσεις. Βέβαια το ζητούμενο είναι να συμπληρωθεί η κυριαρχική παρουσία του Γιάννη με στοιχεία που λείπουν, ώστε η ομάδα να παρουσιάσει το πιο ανταγωνιστικό της πρόσωπο ειδικά στα νοκ άουτ. Γιατί εκεί είναι που τα προηγούμενα χρόνια το τρένο εκτροχιαζόταν.
Από τους ομίλους προκρίνονται οι τέσσερις πρώτοι, για να ξεκινήσουν τα νοκ άουτ της Λετονίας. Θεωρητικά η «γαλανόλευκη» δεν γίνεται να μη βρεθεί στην τετράδα, όσο υπάρχει η αδύναμη Κύπρος και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη χωρίς τον Μούσα. Το θέμα είναι στην κόντρα με Ιταλία, Ισπανία και Γεωργία να πλασαριστεί όσο ψηλότερα μπορεί ώστε να για να έχει την πιο βατή πρώτη χιαστί διασταύρωση (Γ1-Δ4, Γ2-Δ3, Γ3-Δ2,Γ4-Δ1) με τον Δ’ όμιλο του Κατοβίτσε που κρύβει πολλές παγίδες, αλλά όχι κάποια νάρκη που μπορεί να σε διαλύσει. Τα υπόλοιπα θα τα βρει η… υπηρεσία. Οπως επίσης και την τελική 12άδα, που θα ανακοινωθεί τη Δευτέρα.



Η μεγάλη ευκαιρία της Σερβίας
Οι τριάντα ΝΒΑers, οι απόντες και τα… σιγανά ποτάμια της διοργάνωσης
Το 42ο Ευρωμπάσκετ της ιστορίας ξεκινά με πολλές γκρίζες ζώνες και αμφιβολίες. Η μακρά λίστα απόντων, που προέκυψε σταδιακά, εμφανίζει αποδυναμωμένες ομάδες, που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν φαβορί για να φτάσουν στο τέλος της κούρσας. Μιας κούρσας 24 ομάδων, που ξεκινάνε σκορπισμένες σε τέσσερις διαφορετικές πόλεις (και ομίλους των 6), για να καταλήξουν στη Ρίγα της Λετονίας όπου θα γίνει η μεγάλη μάχη για το βάθρο.
Ο Α’ όμιλος θα εξελιχθεί στη Ρίγα, με την παρουσία της Λετονίας, της Πορτογαλίας, της Εσθονίας, της Τουρκίας, της Σερβίας και της Τσεχίας. Ο Β’ όμιλος θα παιχτεί στο Τάμπερε με τη συμμετοχή της γηπεδούχου Φινλανδίας και των Γερμανίας, Βρετανίας, Λιθουανίας, Σουηδίας και Μαυροβουνίου. Ο Γ’ όμιλος θα κριθεί στη Λεμεσό με Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Γεωργία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ενώ ο Δ’ στο αξέχαστο πολωνικό Κατοβίτσε -η τελευταία πόλη στην οποία η ελληνική ομάδα κατέκτησε μετάλλιο (χάλκινο στο Ευρωμπάσκετ του 2009)- που θα φιλοξενήσει Πολωνία, Ισλανδία, Γαλλία, Σλοβενία, Βέλγιο και Ισραήλ.
Πάντως η εκπροσώπηση του ΝΒΑ παραμένει πολυμελής και υψηλού επιπέδου. Συνολικά στην εκκίνηση των τεσσάρων ομίλων θα βρεθούν 30 παίκτες από την άλλη όχθη του Ατλαντικού με επικεφαλής την τριπλέτα των κορυφαίων που αποτελείται από τους Νίκολα Γιόκιτς (Σερβία, Νάγκετς), Γιάννη Αντετοκούνμπο (Ελλάδα, Μπακς) και Λούκα Ντόντσιτς (Σλοβενία, Λέικερς). Οι τρεις τους αποτελούν το βαρύ πυροβολικό της διοργάνωσης, με ένα γκρουπ από σταρ υψηλού επιπέδου να τους ακολουθεί: ο Γερμανός Ντένις Σρέντερ (Σακραμέντο), ο συμπατριώτης του, Φραντς Βάγκνερ (Ορλάντο), ο Σέρβος Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς (Κλίπερς), ο Λετονός Κριστάπ Πορζίνγκις (Χοκς), ο Φινλανδός Λάουρι Μάρκανεν (Τζαζ), ο Λιθουανός Γιόνας Βαλαντσιούνας (Νάγκετς), αλλά και το νέο αστέρι του γαλλικού μπάσκετ Ζακαρί Ρισασέ (Χοκς).

Με βάση τα ρόστερ, ως μεγάλο φαβορί προβάλλει η Σερβία (χάλκινη στους περσινούς Ολυμπιακούς του Παρισιού, ασημένια στο Παγκόσμιο των Φιλιππίνων το 2023), γιατί έχει όλα της τα αστέρια στη διάθεση του πολύπειρου Σβέτισλαβ Πέσιτς. Ακόμη κι αν δεν προλάβει ο Βασίλιε Μίτσιτς, είναι τόσο πλήρης που δικαιούται να ονειρεύεται το πρώτο της χρυσό μετάλλιο σε μεγάλη διοργάνωση από τότε που διαμελίστηκε η Γιουγκοσλαβία.
Η παγκόσμια πρωταθλήτρια του 2023 και χάλκινη στο Ευρωμπάσκετ του 2022, η Γερμανία, παραμένει μια ομάδα με ομοιογένεια, βάθος και ποιότητα που θα παλέψει για μετάλλιο βασισμένη στο δίδυμο Σρέντερ-Βάγκνερ.
Από ’κεί και πέρα, πολλές ομάδες βράζουν πάνω-κάτω στο ίδιο καζάνι. Για παράδειγμα, η πλήρης Γαλλία θα ήταν εξίσου μεγάλο φαβορί. Αλλά δίχως τους Γουεμπανιάμα, Γκομπέρ, Πουαριέ, Φουρνιέ, Λεσόρ και τους έμπειρους Μπατούμ, ΝτεΚολό που αποσύρθηκαν, μόνο αν υπερβάλει εαυτόν θα βρεθεί στο βάθρο.
Οι πολυάριθμες απουσίες που έχει, κατατάσσουν πολύ χαμηλά στο power ranking την κάτοχο του τίτλου, Ισπανία. Στο κύκνειο άσμα του Σέρτζιο Σκαριόλο στον πάγκο, θα παραταχτεί χωρίς τους Αλντάμα, Λορέντζο Μπράουν, Αμπάλντε και τους ρολίστες πολυτελείας Ντίαθ, Μπριθουέλα, Γκαρούμπα. Ο Ιταλός «δανδής», που ετοιμάζεται να αναλάβει τη Ρεάλ Μαδρίτης και να παραδώσει μετά από 16 χρόνια στον Πάμπλο Λάσο, περιμένει πολλά από τους αδελφούς Ερνανγκόμεθ, αλλά και να βγάλει πολλούς λαγούς από το καπέλο του ώστε να κυνηγήσει τη διάκριση.
Η Λιθουανία του Βαλαντσιούνας, η Ιταλία του Φοντέκιο και η Ελλάδα του Αντετοκούνμπο μπορούν να εκμεταλλευτούν την αναμπουμπούλα, ειδικά αν τις βοηθήσουν οι διασταυρώσεις και φανούν συνεπείς απέναντι σε επικίνδυνα αουτσάιντερ όπως η Λετονία, η Τσεχία (χωρίς Σατοράνσκι και Βέσελι), η Τουρκία του Αταμάν και των Σενγκούν-Οσμάν και ενίοτε η Φινλανδία του Μάρκανεν. Η Σλοβενία (πρωταθλήτρια Ευρώπης το 2017) θα διακριθεί αν αυξηθεί η ομαδικότητα του Λούκα Ντόντσιτς, γιατί το μπάσκετ του ενός έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Ο άσος των Λέικερς, από τότε που σταμάτησε ο Γκόραν Ντράγκιτς κι έμεινε μόνος στο τιμόνι, προσφέρει περισσότερες ατομικές φάσεις για highlights παρά ουσιαστική ώθηση στην ομάδα του για μεγάλες νίκες.
