Τις προάλλες η εφημερίδα μας αναδημοσίευσε αποκαλύψεις για τα ρουσφέτια στον αμαρτωλό ΟΠΕΚΕΠΕ, σε ένα νέο επεισόδιο του πολυκέφαλου αυτού σκανδάλου. Αυτά όμως αποτελούν αντικείμενο της ειδησεογραφίας· εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα αφιερώσουμε το σημερινό σημείωμα στη λέξη «ρουσφέτι».
Αν και η εξήγηση είναι περιττή, το λεξικό μάς πληροφορεί ότι ρουσφέτι είναι η χαριστική παροχή ή εξυπηρέτηση, που προσφέρει πολιτικός σε κάποιους με αντάλλαγμα την εύνοιά τους, την υποστήριξή τους ή πολιτικό, οικονομικό κτλ. όφελος. Κατ’ επέκταση, κάθε παράτυπη χάρη ή εκδούλευση. Η λέξη είναι δάνειο από τα τουρκικά, rüşvet, αραβικής αρχής (riswat), που σημαίνει δωροδοκία, διαφθορά. Η τουρκική λέξη έχει περάσει και στα αλβανικά.
Ο Στέφανος Κουμανούδης το 1900 κατέγραψε στη «Συναγωγή νέων λέξεων» τις εξής παράγωγες και σύνθετες λέξεις του ρουσφετιού, από εφημερίδες των τελών του 19ου αιώνα: ρουσφετικός, ρουσφετικώς, ρουσφετογεννημένος, ρουσφετοδιανομή, ρουσφετοδιοικησία, ρουσφετοδοσία, ρουσφετοδοτώ, ρουσφετοδότης, ρουσφετοδοτικός, ρουσφετοθήρας, ρουσφετοθηρία, ρουσφετοκρατία, ρουσφετολήπτης, ρουσφετολογώ, ρουσφετολογία, ρουσφετολογικότης, ρουσφετολογικώς, ρουσφετολόγος, ρουσφετοπάροχος, ρουσφετοποιείον, ρουσφετοπολιτεία, ρουσφετοπολίτευμα, ρουσφετοπολιτεύομαι, ρουσφετοστάσιον, ρουσφετοχυσία!
Η ίδια η λέξη «ρουσφέτι» καταγράφεται το 1849 στη σατιρική Τρακατρούκα, όπου ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών κατηγορείται ότι «έστεργε εις το ρουσφέτι». Στα πρακτικά της Βουλής, το 1868, όταν ένας αγορητής επαίρεται ότι έγινε βουλευτής με την αξία του, συνάδελφός του του απαντάει: «Με τα ρουσφέτια του Κουμουνδούρου έγινες».
Το ρουσφέτι βεβαίως δεν παρέχεται χωρίς αντίκρισμα. Ο ρουσφετοδότης αξιωματούχος συχνά προσδοκά πολιτικό όφελος, ψηφαλάκια, ενώ άλλες φορές χρηματίζεται, δωροδοκείται. Το ρήμα αυτό προέρχεται από τα αρχαία, αλλά υπέστη μια περίεργη εξέλιξη, αφού στην κλασική αρχαιότητα «δωροδοκώ» σήμαινε «δέχομαι να εξαγοραστώ με δώρα, διαφθείρομαι» και δωροδόκος ήταν ο χρηματιζόμενος, ο δωρολήπτης. Ωστόσο, ήδη από την ελληνιστική περίοδο η σημασία αντιστράφηκε στη σημερινή.
Το ποσό της δωροδοκίας είναι η μίζα: η αμοιβή, συνήθως σε αξιωματούχο, για παράνομη εκδούλευση. Υπάρχει και το φακελάκι, που έχει γίνει και διεθνής όρος, fakelaki, και λέγεται π.χ. σε σχέση με γιατρούς, όπως και το γρηγορόσημο, το ποσό που υποτίθεται ότι δίνεται σε δημόσιο υπάλληλο που χειρίζεται μια υπόθεση για να επισπεύσει τη διεκπεραίωσή της.
Κωλόκουρο λέγεται η (όχι μεγάλη) αμοιβή που δίνεται σε ελάσσονες εργολάβους που συμμετέχουν σε έναν στημένο διαγωνισμό του Δημοσίου για να υποβάλουν προσφορά που να υστερεί. Η λέξη έχει την προέλευσή της στον αγροτικό κόσμο, αφού «κωλόκουρο» είναι κυριολεκτικά το μαλλί δεύτερης ποιότητας που προέρχεται από τα οπίσθια και τους μηρούς του προβάτου.
Η ίδια η πράξη της δωροδοκίας στη λαϊκή γλώσσα λέγεται λάδωμα, ενώ λαδώνω σημαίνει «δωροδοκώ» και ο υπάλληλος που χρηματίζεται λέγεται λαδιάρης. Ο διεφθαρμένος αξιωματούχος που είναι ευεπίφορος σε δωροδοκία λέμε ότι «τα πιάνει». Αν σε αγώνα ποδοσφαίρου ακούσετε πως ο διαιτητής «είναι πιασμένος», δεν εννοούν ότι υποφέρει από μυϊκή δυσκαμψία.
Τα παραπάνω ας θεωρηθούν μια μικρή συμβολή προκειμένου να συνταχθεί κάποτε το… Μίζων νεοελληνικό λεξικό.
