«Περιορισμένες οι ζημίες (sic) από τη φωτιά στον αρχαιολογικό χώρο της Βούντενης», καθησυχάζει το γραφείο Τύπου του υπουργείου Πολιτισμού. Εν συνεχεία απαριθμεί μία μία τις υποδομές του αρχαιολογικού χώρου που καταστράφηκαν – και δεν ήταν λίγες. Μεταξύ αυτών και μια αποθήκη στην οποία «φυλάσσονταν εργαλεία, υλικά και πλαστικά κιβώτια με όστρακα κεραμικής από παλαιές ανασκαφές». Με αυτήν την ιεράρχηση, τελευταία τα «όστρακα», μετά τα «εργαλεία» και τα «υλικά». Κι ας είναι αυτά τα «όστρακα» πολύτιμα τμήματα αρχαίων αγγείων, που οι αρχαιολόγοι βρίσκουν στις ανασκαφές, τα μελετούν, τα ταξινομούν, τα δημοσιεύουν και ανασυστήνουν τις αρχαιολογικές αφηγήσεις μέσα από αυτά.
Το πιο σημαντικό, όμως, που το Δελτίο Τύπου περνά στα ψιλά, είναι η «πυκνή βλάστηση του αρχαιολογικού χώρου». Η απώλειά της υποβαθμίζεται, μαζί με την πραγματική υπόσταση του αρχαιολογικού χώρου της Βούντενης. Μιας και πολύς κόσμος δεν θα γνωρίζει τον χώρο, κι έτσι θα περάσουν στα ψιλά μερικά καμένα «πουρνάρια» και μερικά καμένα «όστρακα».
Κι όμως, πριν από την καταστροφική πυρκαγιά, το ίδιο υπουργείο αναφερόταν στον χώρο ως «Μυκηναϊκό Πάρκο Πατρών», όπου οι εργασίες ανάδειξης είχαν στόχο -και το είχαν πετύχει- να διαμορφώσουν ένα αρχαιολογικό πάρκο. Είναι πράγματι ένας ιδιαίτερος αρχαιολογικός χώρος, έκτασης 18 στρεμμάτων, στον οποίο οι επισκέπτες μπορούσαν να επισκεφτούν έναν μυκηναϊκό οικισμό και το νεκροταφείο του, σε μια περιοχή κατάφυτη, στις όχθες δύο χειμάρρων, μέσα σε ένα εντυπωσιακά πλούσιο φυσικό περιβάλλον. Αυτό το φυσικό περιβάλλον, που ήταν από μόνο του λόγος επίσκεψης στο αρχαιολογικό πάρκο, δεν υπάρχει πια. Εγινε αποκαΐδια, σε μια φωτιά που δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε φτάσει στα προάστια της Πάτρας.
Παρόμοια η κατάσταση και στη Χίο, που κάηκε για δεύτερη φορά το ίδιο καλοκαίρι. Η φωτιά πέρασε μέσα από τον κηρυγμένο παραδοσιακό οικισμό της Βολισσού, κατέκαψε την εντυπωσιακή βλάστηση στον λόφο του Κάστρου και κατέστρεψε όλες τις υποδομές περιήγησης στο Κάστρο. Με την (περιεκτική) γλώσσα του Γραφείου Τύπου του ΥΠΠΟ: «περιορισμένες φθορές στις εγκαταστάσεις και στις υποδομές ανάδειξης του βυζαντινού Κάστρου της Βολισσού (11ος αι.)». Η άλλοτε ευχάριστη βόλτα στο Κάστρο της Βολισσού, σήμερα είναι απλώς αδύνατη. Είναι όμως και άσκοπη, αφού εκεί από όπου αντίκριζες τα βουνά της Χίου και τον παραδοσιακό οικισμό της Βολισσού, τώρα θα αντικρίσεις αποκαΐδια, ολόμαυρες ράχες και απελπισία στο μισό σχεδόν βόρειο τμήμα του άλλοτε πανέμορφου νησιού.
Το υπουργείο Πολιτισμού είναι τμήμα μιας κυβέρνησης που ευθύνεται για όλα αυτά. Ευθύνεται για την κατάσταση της Πυροσβεστικής, για τα μέσα και το προσωπικό που αποδεδειγμένα δεν επαρκούν. Βαρύνεται με εκατομμύρια ευρώ σε έργα που εμφανώς έχουν μοιραστεί σε αλλότριους σκοπούς, αφού δεν απέτρεψαν ούτε στο ελάχιστο την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, των σπιτιών, των οικισμών, των ζώων, της περιουσίας τόσων ανθρώπων. Μοιραία, μαζί με αυτών, και των μνημείων, μιας και η μοίρα των μνημείων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν των ανθρώπων και του περιβάλλοντος. Μπροστά σε αυτά το υπουργείο θα έπρεπε να σκύβει το κεφάλι με περισυλλογή, κι όχι να μας διαβεβαιώνει αυτάρεσκα ότι «δεν έγινε και τίποτα».
Αν μη τι άλλο, ας θυμηθεί η υπουργός τα ίδια της τα γραπτά: «Η καταστροφή των ισορροπιών που συνέχουν το σύνολο, η διατάραξη της αρμονικής σύζευξης της φύσης και των ανθρωπίνων έργων, η απώλεια του μέτρου, θεωρείται Υβρις και Γαίας Ατίμωσις, σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιεί ο Δ. Πικιώνης, με σαφή την ηθική διάσταση, μερικές δεκαετίες πριν. Η ατίμωση της γης δεν είναι τίποτε άλλο από την ανατροπή και την αλλοίωση των σχημάτων, την παραμόρφωση της εικόνας και των περιγραμμάτων του τοπίου, την απώλεια της ιστορικής μνήμης, την καταστροφή του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, των μνημείων, των αρχαιολογικών χώρων, των ιστορικών τόπων» (Λ. Μενδώνη, «Από το φυσικό στο πολιτιστικό τοπίο: Αναφορά σε βασικά κείμενα θεσμικής προστασίας», 2011).
-980x552.png)