Την Κυριακή που μας πέρασε, η εθνική ομάδα μπάσκετ κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, ανεβαίνοντας στο βάθρο για πρώτη φορά μετά το 2009. Αλλά αυτά τα έχετε διαβάσει σε άλλες στήλες· εμείς εδώ θα λεξιλογήσουμε για αυτές τις δύο λέξεις.
Και πρώτα το ουσιαστικό, το μετάλλιο. Φαίνεται λέξη αυτοχθόνως ελληνική, αλλά εδώ τα φαινόμενα απατούν – άλλωστε στους αρχαιοελληνικούς αγώνες οι νικητές έπαιρναν στεφάνια, όχι μετάλλια. Πρόκειται για σχηματισμό του 19ου αιώνα, μεταφορά του ιταλικού medaglia, που θεωρήθηκε πληθυντικός. Η λέξη παρασυσχετίστηκε με το ελληνικό «μέταλλον». Η ιταλική λέξη αρχικά σήμαινε ένα μεσαιωνικό νόμισμα μικρής αξίας και ανάγεται στο μεσαιωνικό λατινικό medialis (χάλκινο νόμισμα του μισού δηναρίου) και τελικά στο λατινικό medius (μέσος, μισός).
Από την ίδια λατινική ρίζα, αλλά μέσω γαλλικών, έχουμε στη γλώσσα μας και το μενταγιόν. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, της Αθήνας, ο νικητής έπαιρνε αργυρό μετάλλιο και δάφνινο στεφάνι, ο δεύτερος χάλκινο μετάλλιο, ενώ ο τρίτος τίποτε. Η καθιέρωση της τριάδας μεταλλίων, με χρυσό, αργυρό και χάλκινο, έγινε το 1904 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεν Λιούις.
Η λέξη χάλκινος είναι ελληνιστικός τύπος – στην κλασική εποχή λέγανε «χαλκούς». Ο χαλκός πάλι είναι πανάρχαια λέξη, μυκηναϊκή (ka-ko στη Γραμμική Β’), πιθανώς δάνειο από γλώσσα της Εγγύς Ανατολής, μάλλον μέσω της Κύπρου, που ήταν ονομαστή για τα ορυχεία χαλκού. Ακριβώς από το όνομα της Κύπρου, ο χαλκός ονομάστηκε στα λατινικά Cyprium aes, κυπριακό μέταλλο, και από εκεί έχουμε, στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, τις λέξεις copper, cuivre, Kupfer κτλ.
Ο χαλκός ήταν το πρώτο μέταλλο που έμαθε να κατεργάζεται ο άνθρωπος· ο σίδηρος ήρθε αργότερα. Ηταν η λεγόμενη «εποχή του χαλκού»· λέγεται και χαλκοκρατία. Οπως γράφει ο Ησίοδος, στους παλαιούς υπήρχαν «χάλκεα μὲν τεύχεα [όπλα], χάλκεοι δε τε οἶκοι, χαλκῷ δ’ ἐργάζοντο, μέλας δ’ οὐκ ἔσκε σίδηρος». Στα αρχαία κείμενα η λέξη χαλκός χρησιμοποιείται κάποιες φορές και για τον ορείχαλκο ή ακόμα και για τον σίδηρο.
Στη νεότερη γλώσσα, ο χαλκιάς συχνά είναι όχι μόνο αυτός που κατεργάζεται χαλκό αλλά και ο σιδεράς. Χαλκεύω, μεταφορικά, σημαίνει επινοώ ψεύτικες πληροφορίες, οργανώνω σκευωρίες· χαλκέντερος, πάλι, είναι ο ακαταπόνητος μελετητής. Εχουμε και τη χαλκογραφία, μέθοδο χαρακτικής πάνω σε λεία πλάκα χαλκού, αλλά η χαλκομανία δεν έχει σχέση με τον χαλκό, παρά μόνο παρετυμολογική.
Οταν λέμε «τα χάλκινα» μπορεί να εννοούμε όχι μετάλλια, αλλά σύνολο από χάλκινα πνευστά μουσικά όργανα. Ονομαστά είναι τα χάλκινα της δυτικής Μακεδονίας και των γειτονικών βαλκανικών χωρών. Οσο για τα μετάλλια, μπορεί η Εθνική μας να πήρε το χάλκινο, αλλά χρυσό μετάλλιο στην υποκρισία κέρδισε ο Αδωνις Γεωργιάδης: το 2009 διαδήλωνε με σύνθημα «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι» και αργότερα έλεγε ειρωνικά για «Ακενοτούμπο», αλλά τώρα έγραψε ένα διθυραμβικό τουίτ για τη διάκριση της Εθνικής «με οδηγό τον Γιάννη»…
