ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το τελευταίο έργο του Ντιντιέ Εριμπόν «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» (Vie, vieillesse et mort d’une femme du peuple, 2021) υπερβαίνει τα όρια της προσωπικής μαρτυρίας. Δεν είναι απλώς η ιστορία μιας μητέρας που έζησε και πέθανε στη σιωπή της εργατικής τάξης. Είναι μια φιλοσοφικοπολιτική τομή στη σχέση ανάμεσα στη μνήμη και στην αορατότητα των κοινωνικών τάξεων.

Η μητέρα του Εριμπόν, παρούσα επί δεκαετίες στον κοινωνικό ιστό, δεν άφησε κανένα ίχνος δημόσιου λόγου. Δεν έγραψε, δεν ηχογραφήθηκε, δεν αυτοκαταγράφηκε. Η ύπαρξή της καταχωρίστηκε αποκλειστικά σε διοικητικά τεκμήρια – ληξιαρχικές πράξεις, ιατρικούς φακέλους, επιδόματα. Ενα πρόσωπο που υπήρξε νομικά, αλλά όχι μνημονικά. Πρόκειται για αυτό που ο Αγκάμπεν θα ονόμαζε homo sacer: ύπαρξη υποκείμενη σε βιοπολιτική διαχείριση, αλλά απογυμνωμένη από πολιτική υποκειμενικότητα.

Ο Εριμπόν φωτίζει έτσι την ταξική διάκριση που ήδη ο Μαρξ είχε θέσει ανάμεσα στην «τάξη καθ’ εαυτήν» και την «τάξη δι’ εαυτήν». Η μητέρα του και όσοι βρίσκονται στην ίδια κοινωνική θέση παραμένουν εγκλωβισμένοι στην πρώτη κατηγορία: παρόντες στην παραγωγή, αλλά ανίκανοι να συγκροτήσουν πολιτική ή ιστορική φωνή. Το βιβλίο αναδεικνύει τη σιωπή ως δομικό, ταξικό φαινόμενο και όχι ως προσωπική αποτυχία, όπως δείχνει η κοινωνιολογία του Μπουρντιέ και η φιλοσοφία του Σαρτρ για την υπαρξιακή συνείδηση.

Παράλληλα, η ανάλυση του Φουκό για τη βιοπολιτική και της Μπάτλερ για τη διαχείριση των σωμάτων επιβεβαιώνουν τη θεσμική διάσταση αυτής της αορατότητας. Η μητέρα του Εριμπόν δεν είχε δικαίωμα στη δημόσια αναγνώριση, ούτε στη μνήμη· η ύπαρξή της παραμένει θεσμικά καταγεγραμμένη, αλλά χωρίς λόγο.

Η δύναμη του έργου αναδείχθηκε πρόσφατα και στο θεατρικό ανέβασμα στο Φεστιβάλ Αθηνών, σε σκηνοθεσία Σοφίας Αντωνίου. Εκεί, η απουσία έγινε σκηνοθετικό εργαλείο: η σιωπή της μητέρας και της τάξης μετατράπηκε σε «παρουσία», δίνοντας έμφαση στο πώς η απουσία λόγου και μνήμης μπορεί να γίνει οπτικά και αισθητικά αισθητή. Το αποτέλεσμα ήταν μια ανάγνωση που επιβεβαιώνει και επεκτείνει τη φιλοσοφική διάσταση του βιβλίου: η σιωπή δεν είναι κενό, αλλά δομή, γεγονός και πολιτική συνθήκη.

Με αυτό το έργο ο Εριμπόν δεν θρηνεί μόνο τη μητέρα του· θρηνεί μια τάξη που δεν ηττήθηκε σε κάποιον αγώνα, αλλά που δεν απέκτησε ποτέ λόγο. Η μνήμη δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· είναι κοινωνικό και πολιτικό προνόμιο. Και η σιωπή της εργατικής τάξης αναδεικνύει την ίδια την αδικία των θεσμών.

*Μεταδιδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω/Α.Μ. 10461