Σφοδρές ήταν οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης στις δηλώσεις του κ. Μητσοτάκη, ότι το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη δεν μπορεί να γίνεται «πεδίο εκδηλώσεων άσχετων με την αποστολή του» και ότι γι’ αυτό θα φέρει ρύθμιση ώστε η φύλαξη του μνημείου να ανατεθεί στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Πολλοί επισήμαναν ότι η εξαγγελία ήταν, εκτός των άλλων, αντισυνταγματική, γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός προσπάθησε στη συνέχεια να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, αλλά η τραμπική συνιστώσα του κυβερνώντος κόμματος εχάρη χαρά μεγάλη: «Τέλος τα τσαντίρια στο Σύνταγμα» ήταν ο τίτλος φιλοκυβερνητικού ιστοτόπου, ενώ άλλος αρθρογράφος υποστήριξε ότι κατά την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι στήθηκε «τσαντίρ μαχαλάς» στον Αγνωστο.
Σύμφωνα με το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, τσαντίρι είναι «πρόχειρο κατάλυμα, αντίσκηνο κυρίως Τσιγγάνων· κατ’ επέκταση φτωχικό σπίτι, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης». Η λέξη είναι δάνειο από το τουρκικό çadιr, το οποίο με τη σειρά του παράγεται από το περσικό çādar/çādur, που σημαίνει αντίσκηνο αλλά και τέντα ή κουρτίνα. Ενδιαφέρον έχει ότι και το τσαντόρ, το φαρδύ ένδυμα που φορούν γυναίκες σε πολλές μουσουλμανικές χώρες, ετυμολογείται από την ίδια περσική λέξη.
Σήμερα η λέξη παραπέμπει σε φτώχεια και εξαθλίωση, αλλά στα κείμενα του Εικοσιένα τσαντίρι/τζαντίρι (ή τζιατίρι) είναι η (στρατιωτική) σκηνή, που μπορεί να είναι και πολυτελέστατη. Κι ο Ιμπραήμ φυσικά σε τσαντίρι στεγαζόταν, αλλά και ο Καραϊσκάκης: «Τότε συναχτήκαμεν όλες οι κεφαλές εις το τζαντίρι του Καραϊσκάκη και μιλήσαμεν να γένει το κίνημα διά την Αθήνα», γράφει ο Μακρυγιάννης.
Φυσικά, ο κ. Πάνος Ρούτσι αντίσκηνο είχε στήσει, αλλά ο τραμπικός εσμός χρησιμοποιεί σκόπιμα τον όρο «τσαντίρι», μειωτικά. Η δείνωση της σημασίας του όρου προέρχεται αφενός από την ετυμολογία, αφού είναι λέξη τουρκικής προέλευσης, αφετέρου από τη χρήση, αφού το τσαντίρι παραπέμπει σε καταυλισμούς Τσιγγάνων, που είναι εύκολος στόχος για τον ρατσισμό του κατά φαντασίαν μεσαιοταξίτη. Συνδυασμός ρατσισμού και ταξικού μίσους, τι το καλύτερο.
Εντάσσεται έτσι ο όρος «τσαντίρι» στη φαρέτρα της ορολογίας μίσους των ακροδεξιών τρολ (πολλά από τα οποία πληρώνονται από τους φόρους μας). Το αντίσκηνο μετονομάζεται σε τσαντίρι, όπως ο πρόσφυγας σε λαθρομετανάστη ή λαθροεισβολέα, ο αριστερός σε άπλυτο, οι αλληλέγγυοι της φλοτίλας σε φριφρίδες, οι αφίσες σε κουρελόχαρτα, η σημαία της Παλαιστίνης σε σημαία της Χαμάς, οι Παλαιστίνιοι σε «πλαστελίνιους», οι Τσιγγάνοι σε γύφτους ή «οπαδούς της Ρόμα», και άλλα πολλά που ντρέπομαι να τα γράψω.
Αν αμφιβάλλετε ότι η χρήση του όρου «τσαντίρια» είναι εκ του πονηρού, σκεφτείτε πόσος θόρυβος θα είχε γίνει αν κάποιο δημόσιο πρόσωπο χαρακτήριζε «τσαντίρια» τα πρόχειρα στέγαστρα για τους επισήμους κατά τις παρελάσεις.
Θα πει κανείς ότι η πρωθυπουργική εξαγγελία μπορεί να είναι ένας απλός επικοινωνιακός αντιπερισπασμός για να χαϊδέψει τα αυτιά της ακροδεξιάς πτέρυγας του κόμματός του. Αλλά το χάιδεμα αυτό μπορεί να έχει βαριές συνέπειες, όπως έχει δείξει η πείρα…
