Ξεκινά αύριο (Τρίτη) στη Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής η συζήτηση σχεδίου νόμου του υπουργείου «Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας» για τη στεγαστική πολιτική σε μια συγκυρία που η χώρα βιώνει βαθιά στεγαστική κρίση.
Οι τιμές των ενοικίων έχουν εκτοξευθεί, ο υπερτουρισμός απορροφά ολόκληρες γειτονιές, τα επενδυτικά funds αγοράζουν μαζικά ακίνητα, ενώ η κοινωνική κατοικία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για στέγη, εργαζόμενοι σε κρίσιμους τομείς, όπως εκπαιδευτικοί (Οι εκπαιδευτικοί… νομάδες, η κυβέρνηση απούσα | «Εφ.Συν.») και υγειονομικοί, βρίσκονται σε απόγνωση, και οι νέοι αποκλείονται από την πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία. Το σχέδιο νόμου, που παρουσιάζεται ως απάντηση, όχι μόνο δεν λύνει τα προβλήματα, αλλά ανοίγει τον δρόμο για ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας.
Η φιλοσοφία του σχεδίου νόμου είναι ξεκάθαρη: η στέγη δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα, αλλά μετατρέπεται σε εργαλείο διαχείρισης που στηρίζεται αποκλειστικά στη συνεργασία με ιδιώτες. Η κοινωνική μίσθωση και η κοινωνική αντιπαροχή, οι δύο βασικοί πυλώνες, δεν δημιουργούν δημόσιο και μόνιμο απόθεμα κατοικιών. Αντίθετα, παραχωρούνται προνόμια σε ιδιοκτήτες και κατασκευαστές, οι οποίοι αποκτούν μερίδιο κυριότητας, νομής και κατοχής σε ακίνητα που θα έπρεπε να παραμείνουν κοινωνική περιουσία. Η ίδια η Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αποκαλύπτει ότι, στο πλαίσιο της κοινωνικής αντιπαροχής, το Δημόσιο θα μπορεί να μεταβιβάζει δημόσια γη και ακίνητα που ανήκουν ήδη στο κράτος σε ιδιώτες, ενώ οι κατοικίες που παραχωρούνται για κοινωνική χρήση θα μπορούν μετά από 10 χρόνια να εξαγοράζονται από τους μισθωτές.
Προφανώς δεν είναι πρόβλημα όταν οικονομικά αδύναμοι πολίτες αποκτούν μόνιμη στέγη. Αντίθετα, αυτό είναι θετικό και κοινωνικά αναγκαίο. Ωστόσο, η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις, χωρίς συνέχεια, εύρος και προοπτική. Το πρόβλημα τώρα είναι ότι το κράτος όχι μόνο δεν διασφαλίζει σταθερή και διαρκή πολιτική στέγασης για τις επόμενες γενιές, αλλά αφήνει το μεγαλύτερο όφελος στους επενδυτές και τους κατασκευαστές. Έτσι, αντί να χτίζεται ένα σταθερό «δίχτυ ασφαλείας» κοινωνικής στέγης, δημιουργούνται μεμονωμένες ευκαιρίες ιδιοκτησίας, ενώ η δημόσια περιουσία αποψιλώνεται.
Στην πράξη, η στέγη που θα προκύψει από την εφαρμογή του σχεδίου νόμου θα αφορά μόνο λίγους. Το 30% των κατοικιών κάθε έργου προβλέπεται να διατίθεται με κοινωνική μίσθωση, χωρίς όμως να υπάρχει καμία δέσμευση για τον συνολικό αριθμό ακινήτων που θα χτιστούν ή θα ανακαινιστούν. Έτσι, το «30%» παραμένει κενό γράμμα, αφού κανείς δεν γνωρίζει για το 30% ποιανού αριθμού κατοικιών μιλάμε. Επιπλέον, οι υπόλοιπες κατοικίες (το 70%) θα καταλήγουν στον ιδιώτη ανάδοχο για εμπορική εκμετάλλευση ή πώληση, ενώ ακόμη και οι κοινωνικές κατοικίες μπορούν με τον καιρό να περάσουν στην ιδιοκτησία των μισθωτών, εξαφανίζοντας το δημόσιο απόθεμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα σχέδιο που δεν εγγυάται καθολική προστασία, αλλά μεμονωμένες λύσεις για λίγους, ενώ τα μεγάλα κέρδη θα καταλήγουν στους επενδυτές.
Ανάλογες ανησυχίες εξέφρασε και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), θεσμοθετημένο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας. Η γνώμη της δεν είναι δεσμευτική, αλλά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα γιατί εκφράζει τις συλλογικές ανησυχίες της κοινωνίας. Στη γνωμοδότησή της επισημαίνει την απουσία εθνικής στρατηγικής, την υπερβολική εξάρτηση από μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις, την ασάφεια των κριτηρίων και τον κίνδυνο το σχέδιο να μείνει ανεφάρμοστο. Η ΟΚΕ ζήτησε δεσμευτικούς στόχους, χρηματοδότηση και ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή, στοιχεία που το νομοσχέδιο αγνοεί πλήρως.
Το σχέδιο νόμου αναφέρεται σε οικονομοτεχνικές μελέτες, ηλεκτρονικά μητρώα και νέα διεύθυνση στεγαστικής πολιτικής. Όμως πίσω από τα τεχνοκρατικά περιτυλίγματα λείπει το βασικό: ποιος αριθμός κατοικιών θα διατεθεί, με ποιους πόρους, και με ποιον δεσμευτικό χρονικό ορίζοντα. Δεν προβλέπεται συνολικός και δεσμευμένος προϋπολογισμός για μια εθνική στρατηγική στέγασης. Υπάρχουν μόνο επιμέρους κονδύλια, όπως για τα προγράμματα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» ή «Κάλυψη», τα οποία αφορούν περιορισμένα μέτρα και δεν συνθέτουν ολοκληρωμένη πολιτική. Η πολιτεία μεταθέτει τα πάντα σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις, ενώ η κρίση είναι ήδη διαλυτική για την χώρα μας.
Ταυτόχρονα, το σχέδιο νόμου δεν περιλαμβάνει καμία γενική παρέμβαση στην αγορά ενοικίων. Δεν θεσπίζεται πλαφόν στις αυξήσεις, δεν υπάρχουν περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, δεν προβλέπεται φορολόγηση των μεγάλων ιδιοκτητών και των funds που συγκεντρώνουν ακίνητα. Η μόνη πρόβλεψη αφορά τα χαμηλότερα μισθώματα εντός της κοινωνικής μίσθωσης. Έτσι, οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση κινδυνεύει να απορροφηθεί από την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία.
Οι συνέπειες είναι δραματικές για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Για παράδειγμα χιλιάδες αναπληρωτές εκπαιδευτικοί πληρώνουν μέχρι και το 70% του μισθού τους σε ενοίκιο, ιδιαίτερα σε νησιά και τουριστικές περιοχές, ενώ αντίστοιχες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι υγειονομικοί στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το σχέδιο νόμου δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτούς, ούτε σε άλλες ομάδες που πλήττονται περισσότερο από τη στεγαστική κρίση.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι οι δικαιούχοι κοινωνικής μίσθωσης θα αποκλείονται από άλλα στεγαστικά επιδόματα. Αντί να ενισχύεται η προστασία τους, περιορίζεται, σαν να «τιμωρούνται» επειδή απέκτησαν πρόσβαση σε μειωμένο μίσθωμα. Πρόκειται για μια αντίληψη που βλέπει τη στέγη όχι ως καθολικό κοινωνικό αγαθό, αλλά ως περιορισμένο προνόμιο.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι υπάρχει άλλος δρόμος.
⇒ Στην Ισπανία, το Σύνταγμα κατοχυρώνει το δικαίωμα σε αξιοπρεπή κατοικία και υποχρεώνει τις αρχές να αποτρέπουν την κερδοσκοπία.
⇒ Στο Βέλγιο, το δικαίωμα στη στέγη προστατεύεται επίσης συνταγματικά, ενώ στην Ολλανδία το Σύνταγμα επιβάλλει στις αρχές να μεριμνούν για επαρκή στέγαση και ο μη κερδοσκοπικός τομέας κοινωνικής κατοικίας καλύπτει σχεδόν το ένα τρίτο του αποθέματος.
⇒ Στη Γαλλία, ο νόμος DALO δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να απαιτήσουν στέγη δικαστικά.
⇒ Στη Σκοτία, από το 2012, κάθε άτομο που αξιολογείται ως ακούσια άστεγο δικαιούται μόνιμη στέγαση από τον δήμο, ενώ όλοι οι άστεγοι δικαιούνται συμβουλευτική και προσωρινή στέγαση.
⇒ Στη Φινλανδία, όπου το Σύνταγμα υποχρεώνει το κράτος να προάγει τη στέγη, η πολιτική Housing First μείωσε δραστικά την αστεγία – το 2023 καταγράφηκαν μόλις 3.429 άστεγοι, από τα χαμηλότερα επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Βιέννη, σχεδόν το 60% των κατοίκων ζει σε δημοτικές ή επιδοτούμενες κατοικίες με χαμηλό ενοίκιο.
⇒ Στη Γερμανία ισχύει το Mietpreisbremse (φρένο ενοικίων) σε ζώνες «τεταμένης αγοράς», με όριο έως +10% πάνω από την τοπική συγκριτική τιμή, που παρατάθηκε έως το 2029, ενώ οι δήμοι υλοποιούν προγράμματα κοινωνικής στέγης.
⇒ Στη Σουηδία οι δήμοι έχουν την κύρια ευθύνη για την κοινωνική στέγη, αλλά αυτό είναι εφικτό μόνο επειδή στηρίζονται με γενναιόδωρη κρατική χρηματοδότηση και συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο. Όπως και οι Δήμοι της Γερμανίας και της Βιέννης. Εννοείται ότι οι ελληνικοί υποχρηματοδοτούμενοι από το κράτος δήμοι δεν θα μπορούσαν να αναλάβουν αντίστοιχο ρόλο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει επίσης ότι μόνο η δημιουργία και διατήρηση ενός μόνιμου κοινωνικού αποθέματος κατοικιών μπορεί να εγγυηθεί λύσεις που αντέχουν στον χρόνο και υπηρετούν διαδοχικές γενιές. Λύσεις δηλαδή υπάρχουν, όταν η πολιτεία αναγνωρίζει τη στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα και επενδύει σε δημόσια κατοικία. Στην Ελλάδα, αντίθετα, με το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν επιλέγει να δώσει πραγματική λύση, αλλά να παραδώσει τη δημόσια περιουσία στους επενδυτές και στους κατασκευαστές.
*εκπαιδευτικός, πρώην μέλος του ΓΣ της ΑΔΕΔΥ
