ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννος Θανασέκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο πλαίσιο των γεωπολιτικών ανακατατάξεων και κλονισμών που βιώνουμε στις μέρες μας –με τους γνωστούς εν εξελίξει εμπορικούς και θερμούς πολέμους–, οι πρωτοβουλίες συγκρότησης οικονομικών και πολιτικών πόλων συμμαχιών και συνεργασίας προς αμφισβήτηση και αντιμετώπιση των ηγεμονικών προκλήσεων της λεγόμενης «ολικής Δύσης», υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, έχουν γίνει αντικείμενο έντονων συζητήσεων και αναλύσεων, τόσο από ειδήμονες της γεωπολιτικής –ή που παρουσιάζονται ως τέτοιοι– όσο και από πλήθος σχολιαστών στα κοινωνικά διαδίκτυα. Αναφέρομαι βέβαια εδώ στις συζητήσεις και τις εκτιμήσεις γύρω από το BRICS+ αλλά και ιδιαίτερα, ένεκα της επικαιρότητας, στην πρόσφατη συνάντηση κορυφής στη Σανγκάη των ηγετών της Κίνας, της Ρωσίας, της Ινδίας, του Ιράν, του Πακιστάν, του Καζακστάν, του Κιργιστάν κ.ά. και με τη συμμετοχή της Τουρκίας.

Διακρίνεται στο διαδίκτυο όχι μόνο μια δικαιολογημένη επιβράβευση αυτής της πρωτοβουλίας αλλά και ένας έντονος ενθουσιασμός για την εδραίωση αυτού του αντίπαλου γεωπολιτικού δέους, Ανατολής και Νότου, ικανού να αντικρούσει την αυταρχική και πολεμοχαρή ηγεμονία της εν λόγω «ολικής Δύσης». Προς αποφυγή κάθε παρερμηνείας, δεν αμφισβητούνται κατά κανένα τρόπο εκ μέρους μου η επείγουσα αντίσταση και η αντεπίθεση στις ιμπεριαλιστικές στρατηγικές των ΗΠΑ και των υπόδουλων συμμάχων τους, αρχής γενομένης των πολεμοχαρών «προθύμων» της Ε.Ε.

Τρεις παρατηρήσεις ωστόσο. Πρώτη παρατήρηση: οι διάφορες εκδοχές των BRICS+ όπως και του Οργανισμού Συνεργασίας Σανγκάης (ΟΣΣ – SCO) δεν συνιστούν ούτε ενιαία ούτε ομοιογενή ή συμπαγή μπλοκ. Διέπονται από πιεστικές αλληλεξαρτήσεις, από συγκρουόμενα συμφέροντα, ακόμα και από έκδηλους ανταγωνισμούς, τόσο στις περιοχές τους όσο και διεθνώς. Κάτω από το πρίσμα αυτό, μια συντεταγμένη από την πλευρά τους αποτελεσματική και επιτυχής οικονομική και πολιτική στρατηγική έναντι των επιδιώξεων του ευρωατλαντικού άξονα εμφανίζεται, τουλάχιστον, ως συζητήσιμη αν όχι προβληματική, ιδιαίτερα στο νομισματικό επίπεδο.

Και τούτο χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε κατηγορηματικά την εν δυνάμει όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών (Ευρώπη και Ινδο-Ειρηνικός) και κατά συνέπεια το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης. Η απροκάλυπτη επίδειξη της στρατιωτικής ισχύος της Κίνας στην πλατεία Τιενανμέν ήταν πέραν του συμβολικού εορτασμού λήξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παραδόξως πώς, η επίδειξη αυτή επικροτήθηκε και εξ αριστερών. Δεύτερη παρατήρηση: όλα τα συμμετέχοντα κράτη στην πρόσφατη συνάντηση της Σανγκάης δεν αποτελούν υποδείγματα ούτε «δημοκρατίας» ούτε «κράτους δικαίου» ούτε πολιτικών συστημάτων καταπολέμησης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Το άκρως αντίθετο θα λέγαμε, ιδιαίτερα για ορισμένα εξ αυτών.

Οπως σε όλες τις ολιγαρχίες, έτσι κι εκεί ευδοκιμούν βέβαια κάποια προνομιούχα στρώματα, αλλά όπως πάντα στην πλάτη των υποτελών μαζών – εξάλλου πολλά εκ των κρατών αυτών δεν κρύβουν είτε τις «βελούδινες» είτε τις ωμές ιμπεριαλιστικές στρατηγικές τους. Τρίτη παρατήρηση: για την Αριστερά έχει ιστορικά τεκμηριωθεί η ρήση σύμφωνα με την οποία «οι εχθροί των εχθρών μας δεν είναι ούτε αυτόματα ούτε αναγκαστικά φίλοι μας». Ιδιαίτερά δε στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων. Αρνείται τη στράτευση στο πλευρό του ενός ή του άλλου στρατοπέδου. Τούτο δεν συνεπάγεται ωστόσο άρνηση τοποθέτησης. Προς τούτο απαιτούνται συγκεκριμένες αναλύσεις των εκάστοτε συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών. Αλλες οι συγκυρίες του Α’ Π.Π., άλλες αυτές του Β’ Π.Π. και άλλες αυτές του παρόντος. Εν προκειμένω, η Αριστερά δεν αντιτίθεται στις πρωτοβουλίες των BRICS+, του ΟΣΣ και άλλων πρωτοβουλιών του Νότου, αλλά στο ακριβές ποσοστό που οι εν λόγω συνεργασίες και συμμαχίες οδηγούν, μέσω διεθνών διαπραγματεύσεων και δεσμεύσεων, στην αποτροπή των πολεμικών συρράξεων και την οριοθέτηση μιας ασφαλέστερης νέας διεθνούς πολυπολικής τάξης. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι μόνο όταν οι λαοί θα κινητοποιηθούν για την αυτο-χειραφέτησή τους, οι κοινωνίες θα απαλλαγούν από το σκιάχτρο του πολέμου.

*Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες