Συναισθηματική αξία
(Sentimental Value, Νορβηγία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, 2025, 135´)
Σκηνοθεσία: Γιοακίμ Τρίερ
Ηθοποιοί: Ρενάτε Ράινσβε, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Ινγκα Ιμπσντοτερ Λίλεας
Ο Νορβηγός σκηνοθέτης Γιοακίμ Τρίερ, γνωστός κυρίως από την «Τριλογία του Οσλο» («Reprise», 2006, «Oslo, August 31st», 2011, «Ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο», 2021), επιστρέφει με την έκτη μεγάλου μήκους ταινία του, ένα πολυεπίπεδο οικογενειακό δράμα που του χάρισε το Μεγάλο Βραβείο (Grand Prix) στο Φεστιβάλ Κανών.
Μετά τον θάνατο της μητέρας τους, οι αποξενωμένες αδελφές Νόρα και Αγκνες Μποργκ έρχονται αντιμέτωπες με τον πατέρα τους, Γκούσταβ, έναν άλλοτε διάσημο αλλά πλέον ξεχασμένο σκηνοθέτη που τις είχε εγκαταλείψει όταν ήταν παιδιά για να ακολουθήσει την καριέρα του. Εχοντας γράψει ένα αυτοβιογραφικό σενάριο για τη μητέρα του, ο Γκούσταβ προτείνει στη Νόρα τον πρωταγωνιστικό ρόλο· εκείνη αρνείται, και τελικά ο ρόλος δίνεται στη Χολιγουντιανή σταρ Ρέιτσελ Κεμπ. Τα γυρίσματα γίνονται αφορμή όχι μόνο για την καλλιτεχνική επιστροφή του, αλλά και για μια δύσκολη προσπάθεια συμφιλίωσης με τις κόρες του.
Ο Γιοακίμ Τρίερ συνυπογράφει με τον Εσκουλ Βογκτ ένα σενάριο που ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στο δράμα και το μαύρο χιούμορ, εμπλουτίζοντάς το με πολλαπλές θεματικές και εξερευνώντας την ένταση των οικογενειακών σχέσεων και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Μέσω των αψεγάδιαστων ερμηνειών όλων των ηθοποιών του, ο Τρίερ σκιαγραφεί τους πρωταγωνιστές του με ειλικρίνεια και αληθοφάνεια, καταδεικνύοντας ότι η ζωή και οι οικογενειακές σχέσεις εμπεριέχουν πολύπλοκα ζητήματα που ξεφεύγουν από το δίπολο άσπρο-μαύρο και, αντιθέτως, κινούνται συχνά μέσα σε μια γκρίζα ζώνη η οποία γεννά το τραύμα.
Το φιλμ του Τρίερ, με βαθιές ρίζες στον κινηματογράφο του Μπέργκμαν, καταφέρνει να αποτυπώσει την ανάγκη για λύτρωση αλλά και για συνομιλία ανάμεσα στους ανθρώπους που περιμένουμε να μας αγαπήσουν και να τους αγαπήσουμε. Στην ταινία αναδύονται θεματικές όπως η συγχώρεση, η αποδοχή και η ανάγκη για συμφιλίωση με το παρελθόν. Οι σατιρικές νύξεις –ειδικά γύρω από την ανάγκη του Γκούσταβ να αποδείξει ότι παραμένει «μεγάλος καλλιτέχνης»– λειτουργούν σαν αντίβαρο στη μελαγχολική ατμόσφαιρα, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την τραγικότητα της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η σκηνοθεσία του Τρίερ αποφεύγει τον μελοδραματισμό. Οι συγκρούσεις δεν επιβάλλονται αλλά γεννιούνται φυσικά, ως απόρροια των σχέσεων και της εσωτερικής τους έντασης. Υπάρχουν στιγμές που η ταινία βαραίνει υπερβολικά, εγκλωβισμένη σε μια παρατεταμένη μελαγχολία ή σε μια σκηνοθετική φλυαρία, όμως ακόμα κι εκεί, η δύναμη των ερμηνειών και το καθαρό, κινηματογραφικό βλέμμα του Τρίερ χαρίζουν στην ταινία μια ρεαλιστική και ανθρώπινη υπόσταση.
Η «Συναισθηματική αξία» είναι τελικά ένα έργο για το πώς οι σχέσεις γονέων και παιδιών διαμορφώνονται από τις αδυναμίες έκφρασης και στο πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει όχι απλώς ως μέσο αναγνώρισης, αλλά ως παράγοντας επουλωτικός, σαν γέφυρα προς τη συμφιλίωση.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Καυτό γάλα
(Hot Milk, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, 2025, 93´)
Σκηνοθεσία: Ρεμπέκα Λένκιεβιτς
Ηθοποιοί: Εμα ΜακΚέι, Φιόνα Σο, Πάτσι Φεράν, Γιαν Γκαέλ, Βαγγέλης Μουρίκης
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της καταξιωμένης σεναριογράφου Ρεμπέκα Λένκιεβιτς («Ida», σκην. Πάβελ Παβλικόφσκι, 2013· «She Said», σκην. Μαρία Σρέιντερ, 2022) βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντέμπορα Λέβι και είναι ταινία γυρισμένη εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα. Αφηγείται την ιστορία της Ρόουζ (Φιόνα Σο) και της κόρης της, Σοφίας (Εμα ΜακΚέι), που ταξιδεύουν από την Αγγλία στην Αλμερία, μια παραθαλάσσια πόλη της Ισπανίας, προκειμένου να συναντήσουν τον δρα Γκόμεθ, έναν αινιγματικό θεραπευτή. Ο λόγος; Η ελπίδα ότι εκείνος ίσως μπορέσει να δώσει λύση στη μυστηριώδη ασθένεια της Ρόουζ, η οποία την έχει καθηλώσει σε αναπηρικό αμαξίδιο εδώ και πολλά χρόνια.
Η Ρεμπέκα Λένκιεβιτς φαίνεται να μην τολμά να προχωρήσει πέρα από τον εύκολο δρόμο μιας σχετικά στρωτής αφήγησης. Η ταινία, παρότι θέτει κεντρικό άξονα τη σχέση μητέρας – κόρης, την αντιστροφή των ρόλων και τον εγκλωβισμό της νεαρής Σοφίας σε μια ζωή αφιερωμένη στη φροντίδα της μητέρας της, αδυνατεί να εμβαθύνει.
Η σκηνοθέτρια επιχειρεί να εξερευνήσει τη σχέση των δύο γυναικών μέσα από το πρίσμα της θυσίας, της αλληλεξάρτησης και της φυγής. Παράλληλα, αναδεικνύεται το ζήτημα της γονεϊκής ζήλιας. Η Ρόουζ, ανήμπορη και καταδικασμένη σε μια στάση ακινησίας, παρακολουθεί τη νεαρή κόρη της να κυκλοφορεί υγιής και γεμάτη νεότητα· οι ματιές και οι σιωπές της προδίδουν τη ζήλια που φουντώνει μέσα της. Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και η κόρη, η οποία αρχίζει να αμφιβάλλει αν πράγματι η μητέρα της δεν μπορεί να περπατήσει ή αν υποκρίνεται με σκοπό να την εγκλωβίσει στο πλευρό της.
Η Λένκιεβιτς καταφέρνει να αποτυπώσει με ένταση τόσο τη ζήλια της μητέρας όσο και την καχυποψία της κόρης, δίνοντας μικρές πινελιές θρίλερ. Κινηματογραφεί με θαυμάσιο τρόπο το καυτό καλοκαίρι, τη ραστώνη και την ακινησία της καθημερινότητας, ενώ τοποθετεί μια λεσβιακή σχέση στο επίκεντρο της ιστορίας. Σε αρκετές στιγμές, οι δύο γυναίκες μοιάζουν με ακίνητα αγάλματα, παγιδευμένα σε μια ζωή δίχως μέλλον. Το οδοιπορικό τους θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για μια ουσιαστική εσωτερική εξερεύνηση, αλλά τελικά η δημιουργός εγκλωβίζεται σε σεναριακές κατασκευές και μια αποστασιοποίηση που γεννά δύο κενούς χαρακτήρες, με την κόρη να σκιαγραφείται ελάχιστα. Αυτές οι επιλογές υπομονεύουν την υπαρξιακή διάσταση που προσπαθεί να εμφυσήσει στο έργο της.
Η ταινία θα μπορούσε να αναπτύξει πολλαπλά αφηγηματικά μονοπάτια, εξερευνώντας τις διάφορες θεματικές της, τελικά όμως μένει μετέωρη, διστάζοντας να επιλέξει ποιον χαρακτήρα θα τοποθετήσει στο πρώτο πλάνο. Η Λένκιεβιτς μοιάζει με μια σκηνοθετική φωνή που προς το παρόν δείχνει διστακτική να αναμετρηθεί με το βάρος των ίδιων των θεμάτων της.
ΕΠΑΝΕKΔΟΣΕΙΣ
Ευδοκία
(Ελλάδα, 1971, 97´)
Σκηνοθεσία: Αλέξης Δαμιανός
Ηθοποιοί: Μαρία Βασιλείου, Γιώργος Κουτούζης, Κούλα Αγαγιώτου
Eνας λοχίας γνωρίζεται με την Ευδοκία, μια πόρνη, την οποία και παντρεύεται. Η Ευδοκία θέλει να ζήσει, να είναι ελεύθερη. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί σαν άνθρωπος. Οι δύο εραστές εξεγείρονται ενάντια σε ένα πιο ισχυρό από αυτούς κοινωνικό σύστημα και συντρίβονται, σαν σε κλασική τραγωδία. Έργο-ορόσημο του ελληνικού κινηματογράφου, η «Ευδοκία» συνδυάζει ρεαλισμό, ποιητική γλώσσα και αντισυμβατική αφήγηση, συνθέτοντας ένα πρωτοποριακό δημιούργημα που επαναπροσδιόρισε τις δυνατότητες της κινηματογραφικής αφήγησης στην Ελλάδα και καθιέρωσε μια νέα κινηματογραφική γλώσσα.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο
(Vagabond, Γαλλία, 1985, 105´)
Σκηνοθεσία: Ανιές Βαρντά
Ηθοποιοί: Σαντρίν Μπονέρ, Μάσα Μερίλ, Γιολάντ Μορό
Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται παγωμένη σε ένα χαντάκι. Η ιστορία της ξετυλίγεται μέσα από τις διηγήσεις όσων είδαν τη Μόνα, την κοπέλα που κάποια στιγμή αποφάσισε να αφήσει πίσω τη συμβατική ζωή της και να αρχίσει να περιπλανιέται στους χειμερινούς δρόμους της Νότιας Γαλλίας. Βραβευμένη με τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία, η εμβληματική ταινία της Ανιές Βαρντά είναι μια σπαρακτική μελέτη πάνω στην ελευθερία και την κοινωνική αποξένωση, με την Σαντρίν Μπονέρ να παραδίδει μια υπέροχη ερμηνεία.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Παράξενα Παιχνίδια
(Funny Games, Η.Π.Α., Γαλλία, Ην. Βασίλειο, Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία, 2007, 108´)
Σκηνοθεσία: Μίκαελ Χάνεκε
Ηθοποιοί: Ναόμι Γουοτς, Τιμ Ροθ, Μάικλ Πιτ, Μπρέιντι Κορμπέ
Ένα ζευγάρι με τον γιο τους φτάνουν στο εξοχικό τους, όπου δύο φαινομενικά ευγενικοί νεαροί εισβάλλουν και μετατρέπουν τις διακοπές σε ένα σαδιστικό παιχνίδι τρόμου. Ριμέικ της ταινίας του 1997, από τον ίδιο τον Χάνεκε, με αγγλόφωνο καστ. Στο «Παράξενα Παιχνίδια» ο σκηνοθέτης αποδομεί το ίδιο το είδος του θρίλερ και μας καλεί να αναμετρηθούμε με τη σχέση μας προς τη βία στην οθόνη.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Toy Story
(Η.Π.Α., 1995, 81´)
Σκηνοθεσία: Τζον Λάσετερ
Με τις φωνές των: Αλκης Κούρκουλος, Γιώργος Λιάντος, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος
Eνα κουκλάκι καουμπόης κατακλύζεται από ζήλια όταν μια νέα φιγούρα αστροναύτη παίρνει τη θέση του ως το αγαπημένο παιχνίδι σε ένα παιδικό δωμάτιο. Oταν οι περιστάσεις τούς χωρίζουν από τον μικρό τους ιδιοκτήτη, οι δυο τους πρέπει να αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους για να καταφέρουν να επιστρέψουν κοντά του. Επανέκδοση, με αφορμή την επέτειο των 30 χρόνων, της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους κινουμένων σχεδίων που δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου με υπολογιστές (CGI) και αποτέλεσε το ντεμπούτο της Pixar· ένα έξυπνο και υπέροχο animation.
