Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα τέλη Αυγούστου, στη Βόρεια Καρολίνα των ΗΠΑ, ένας άστεγος μαύρος άνδρας, ο 34χρονος Decarlos Brown, επιτίθεται σε μία κοπέλα που κάθεται μπροστά του στο βαγόνι του μετρό. Πρόκειται για την Ουκρανή Iryna Zarutska, 23 ετών προσφύγισσα στις ΗΠΑ απ’ το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην χώρα της. Η Iryna επέστρεφε σπίτι απ’ τη δουλειά της, όταν ο Decarlos τη μαχαίρωσε θανάσιμα στο λαιμό, την εγκατέλειψε να αιμορραγεί στη θέση της και εξήλθε απ’ το βαγόνι, ενώ οι συνεπιβάτες τούς κοιτούσαν αμέτοχοι. 

Ο Decarlos Brown, που έχει διαγνωστεί με σχιζοφρένεια, δεν γνώριζε την Iryna Zarutska, ούτε είχε προηγηθεί κάποια μεταξύ τους αντιπαράθεση. Σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την αδερφή του, ακούγεται κι ο ίδιος απορημένος με την πράξη του, ενώ ισχυρίστηκε ότι για την δολοφονία της ευθύνεται «ένα υλικό» που έχει μέσα του και τον καθοδηγεί.

Με αφορμή αυτό το γεγονός, επανήλθε στο δημόσιο διάλογο η υπόθεση της Kitty Genovese και το «Φαινόμενο του Αμέτοχου Παρατηρητή». Σύμφωνα με τους κοινωνικούς ψυχολόγους John M. Darley and Bibb Latané που θεμελίωσαν την θεωρία το 1968, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των παρευρισκόμενων ατόμων μπροστά σε μία επείγουσα κατάσταση, τόσο πιο απίθανο να προστρέξει ένα μεμονωμένο άτομο σε βοήθεια (1). Αφορμή για την διατύπωση αυτής της θεωρίας αποτέλεσε η ιστορία της Kitty Genovese, μίας 28χρονης γυναίκας που βιάστηκε και δολοφονήθηκε το 1964, καθώς γύριζε σπίτι της αργά το βράδυ. Παρ’ όλο που αρκετός κόσμος άκουσε τις φωνές που ζητούσαν βοήθεια, δεν υπήρξε ούτε άμεση, ούτε έγκαιρη παρέμβαση – ακριβώς όπως και στην περίπτωση της Iryna Zarutska. 

Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο υποθέσεων είναι χτυπητές. Ωστόσο, ένα ακόμη κοινό που χαρακτηρίζει τις δύο ιστορίες είναι μία απόλυτη διάκριση μεταξύ θύματος και θύτη. Απ’ τη μία η υγιής, νομοταγής, και αθώα κοινωνία κι απέναντί της η περιθωριακή, διεστραμμένη και εγκληματική μειοψηφία που την απειλεί. Η διάκριση αυτή, όμως, αν και μοιάζει αυτονόητη, έχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Είναι κατασκευασμένη. Οι δύο πλευρές προκύπτουν μέσα απ’ την αποσιώπηση ορισμένων πλευρών των γεγονότων και τη διόγκωση άλλων, μαζί με τη συσκότιση του πλαισίου μέσα στο οποίο συνέβησαν.

Παρατηρούμε με ενδιαφέρον πως, όταν ο δημόσιος διάλογος οργανώνεται με τον μανιχαϊσμό του απόλυτου καλού και απόλυτου κακού, ενεργοποιούνται σχεδόν αντανακλαστικά φωνές που ζητούν την εφαρμογή αυταρχικών πολιτικών. Λίγο καιρό αφότου ο Donald Trump κήρυξε πόλεμο στους άστεγους και τους τοξικοεξαρτημένους στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, ρίχνοντας στο δρόμο στρατό για την απομάκρυνσή τους, η δολοφονία της Iryna Zarutska εργαλειοποιείται ως μία ακόμη απόδειξη για την επικινδυνότητα συγκεκριμένων πληθυσμών. Ο Αμερικανός πρόεδρος πρότεινε μάλιστα μία fast-track δίκη, και επαναφορά της θανατικής ποινής. Ταυτόχρονα, ένας παρουσιαστής τηλεοπτικής εκπομπής, με αφορμή το περιστατικό αναρωτιέται on air γιατί να μην θανατώνουμε με ένεση τους άστεγους και τους ψυχικά ασθενείς. Ακροδεξιοί κύκλοι αναπαράγουν την είδηση, όχι μόνο για να επιτεθούν ρατσιστικά στον Decarlos Brown και την οικογένειά του, αλλά και για να απαιτήσουν μία σκληρή εγκληματοποίηση των ψυχικά πασχόντων και των αστέγων – όσοι δεν κλειστούν σε άσυλο, ή σε κέντρα κράτησης, πρέπει να μπουν φυλακή. Ακόμη και πιο δημοκρατικοί κύκλοι, το μόνο που ψελλίζουν είναι αυστηροποίηση της επιτήρησης και της αστυνόμευσης, ενώ η ψυχική υγεία και πάλι συνταυτίζεται με την επικινδυνότητα και οι εγκληματίες παρουσιάζονται ως ένα «ξεχωριστό είδος». 

Ο Decarlos Brown παραμένει ένας «απόλυτος» θύτης, έστω και ως άρρωστος, και η κοινωνία το μόνο που μπορεί να ζητάει ως παρέμβαση, αν δεν θέλει να κοιτάζει αμέτοχη, είναι ο εγκλεισμός του. Η ψυχική ασθένεια, δηλαδή, λειτουργεί σ’ αυτήν την περίπτωση ως μία ικανή ερμηνεία, που μετακυλά όλη την ευθύνη για την κοινωνική παθογένεια σ’ έναν άνθρωπο: τον ψυχιατρικό ασθενή. Μία τέτοια λογική, αντί να βοηθάει στην επίλυση του προβλήματος, την απομακρύνει, αφού ο «ψυχιατρικός εγκληματίας» είναι μία μεταφυσική βιολογική οντότητα, αόρατη με γυμνό μάτι ανάμεσα στους υγιείς, και της οποίας η ύπαρξη είναι σχεδόν αυθύπαρκτη, αποκομμένη απ’ την υπόλοιπη κοινωνία. Είναι μία λογική που χτίζει την εικόνα του «Άλλου», του ξένου ως προς την κανονικότητα.

Με την εξόντωση του «τέρατος», δεν πρόκειται να αποδοθεί δικαιοσύνη, κι αυτό επειδή ο «νόμος» του αποδιοπομπαίου τράγου δεν θα αργήσει να στραφεί απέναντι στα ίδια τα θύματα, όταν θα αντιδράσουν με τον μη αναμενόμενο, παθητικό τρόπο. Το ότι τόσο η Zarutska όσο και η Genovese μεταμορφώθηκαν σε καθαγιασμένα σύμβολα, οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι η ιστορία τους έληξε πολύ νωρίς. Μην ξεχνάμε, όμως, πως, παρ’ όλο που δεν είναι γραφτό να γίνει κάθε θύμα θύτης, είναι σπάνιο ένας θύτης να μην έχει υπάρξει προηγουμένως θύμα. Φαίνεται πως υπάρχει μία σωλήνα που μετατρέπει τα αφρόντιστα θύματα σε θύτες κι αυτό ισχύει και με τις κακοποιημένες γυναίκες: όσες δεν έχουν υποστηρικτικό δίκτυο καταλήγουν πλειοψηφικά στη φυλακή (2). 

Απ’ τα πιο διάσημα παραδείγματα είναι εκείνο της Aileen Wuornos, της γυναίκας που χαρακτηρίστηκε ως «η πρώτη γυναίκα κατά συρροή δολοφόνος». H Wuornos συνελήφθη το 1991 και καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία επτά ανδρών, τους οποίους σκότωσε όσο εργαζόταν ως σεξεργάτρια. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η Aileen Wuornos στο δημόσιο διάλογο, ήταν αυτός ενός πραγματικού «τέρατος». Το γεγονός ότι ως τότε δεν υπήρχε η ιδέα μίας γυναίκας serial-killer, αντί να καταρρίψει τις κατηγορίες ή να ανατρέψει την έως τότε θεωρητική τάξη της εγκληματολογίας, κατέστησε την Wuornos μία “περίπου” γυναίκα. Ούτε τυπικά θηλυκή, ούτε προσηνής και ευγενική, παρουσιάστηκε ως μία ανωμαλία της φυσιολογικής γυναίκας όπως την φανταζόταν η αμερικανική κοινωνία. Ταυτόχρονα, ως φτωχή σεξεργάτρια και λεσβία, ενεργοποιούσε όλα τα αντανακλαστικά απέναντι στο κοινωνικό περιθώριο, την αποκλίνουσα σεξουαλικότητα, και την επικινδυνότητα (3). Τι αγνοήθηκε στην περίπτωσή της; Το αφρόντιστο τραύμα από μακρύ ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής κακοποίησης. 

Αντίστοιχα, αν αγνοήσουμε την κοινωνική περιθωριοποίηση και την ανέχεια μέσα στην οποία μεγάλωσε ο Decarlos Brown, την αδυναμία της οικογένειάς του να τον συντηρεί, και την ελάχιστη, κυρίως φαρμακευτική, υποστήριξη που έλαβε, φτάνουμε στο σημείο να συνδέσουμε την πράξη με τις διάφορες ταυτότητές του – θα σκότωνε επειδή αυτό κάνουν οι μαύροι, οι ψυχικά ασθενείς, και οι άστεγοι, όπως κι η Wuornos θα δολοφονούσε επειδή αυτό κάνουν οι επιθετικές, λεσβίες, σεξεργάτριες. Η ευθύνη βαραίνει το άτομο, ως βιολογικό φορέα της δολοφονίας. 

Η αναπαραγωγή της βίας που υφίσταται ένα άτομο μπορεί να είναι είτε προσπάθεια επιβίωσης, είτε ένα επιτακτικό κάλεσμα σε βοήθεια. Εδώ, ίσως, αξίζει να πούμε ότι ο Brown είχε προσπαθήσει τον Γενάρη να λάβει βοήθεια για την «ουσία» που είχε μέσα του και τον κατηύθυνε στις πράξεις του, όμως καταδικάστηκε για άσκοπη χρήση της άμεσης βοήθειας, κι έπειτα αφέθηκε απροστάτευτος να επιστρέψει στην ευαλωτότητα του δρόμου.

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για δικαίωση, όταν οι ίδιοι οι θύτες είναι αδικημένοι της κοινωνίας; Πώς μπορούμε να δικαιώσουμε τα θύματα, όταν τα υποστηρίζουμε μόνο όταν πεθαίνουν; Πώς μπορούμε, τέλος, να δικαιώσουμε τα θύματα, όταν στερούμε απ’ τους θύτες το δικαίωμα να αναλάβουν την ευθύνη της πράξης τους, αποδίδοντάς την σε μία φύση απ’ την οποία είναι αδύνατο να ξεφύγουν; Το πλαίσιο που παράγει τραγωδίες έχει ανάγκη μία σαφή διάκριση μεταξύ θύτη και θύματος, προκειμένου να διατηρήσει την ύπαρξή του. Αν θέλουμε να δώσουμε ένα τέλος σε τέτοιες τραγωδίες, οφείλουμε να σταθούμε απέναντι στο πλαίσιο και να δούμε πίσω απ’ τα τεχνάσματά του.

* Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής

Αναφορές

  1. Hogg, M.A., Vaughan, G.M. (2010). Κοινωνική Ψυχολογία (Α. Χατζή, Επιμέλεια). Εκδόσεις Gutenberg. 
  2. Smith, A. (2005). The “Monster” in all of us: when victims become perpetrators. Georgetown Law Faculty Publications and Other Works, 219. 
  3.  Bremmers, I. (2020). A feminist reconsideration of the story of Aileen Wuornos: hidden in the shadows of the media. (Publication No. 1329438) [Master Thesis, Utrecht University]