Παρασκευή βράδυ. Γενέθλια φίλου. Ολοι μας χαμένοι για εβδομάδες, μήνες. Και η πρόταση να βγούμε στα Εξάρχεια κουβαλούσε κάτι από την αυτονόητη προτροπή άλλων εποχών. Εδώ μεγαλώσαμε. Κυρίως τα βράδια. Σε παρέες, σε μαγαζιά, σε πεζούλια. Κάποιες φορές χωρίς καν συνεννόηση. Να βγαίνεις και να πετυχαίνεις φίλους χωρίς να έχετε δώσει ραντεβού. Να μετακινείσαι από τη μία παρέα στην άλλη, κάποιος να σου λέει πως ο τάδε φίλος σου είναι στο τάδε μέρος. Και εσύ να πετάγεσαι να πεις ένα γεια. Και όλα αυτά όπου σε βγάλουν. Ή άλλοτε όταν ήσουν σπίτι. Και κάποιος φίλος σου τηλεφωνούσε στις 2 το βράδυ. Και εσύ έφευγες για μια τελευταία μπίρα και ύστερα πιάνατε την κουβέντα μέχρι να ξημερώσει.
Αλλάξαμε στέκια ξανά και ξανά. Αλλάξαμε παρέες. Κρατήσαμε τελικά μόνο αυτές που άξιζαν. Και δύσκολα τις λες παρέες πια. Μιλάμε σκόρπια τώρα. Σε ομαδικά τσατ. Ή ο καθένας με τον άλλο ξεχωριστά. Ενημερώνουμε και ενημερωνόμαστε για τα νέα. Δίνουμε ραντεβού που κανείς μας δεν καταφέρνει να τηρήσει. Οικογένεια, δουλειές, ρουτίνα. Συναντιόμαστε όταν κάποιος φίλος κοινός έρχεται από το εξωτερικό ή σε μεμονωμένες περιστάσεις σαν τελετές επανένωσης, ενσαρκωμένες νοσταλγίες που μας υπενθυμίζουν απλά τις άλλες εποχές. Ή σε γενέθλια. Οπως απόψε.
Παρασκευή βράδυ. Στα Εξάρχεια πάλι. Μετά από καιρό. Μετά από πολλά βράδια. Πόσες νύχτες που δεν βγήκες εδώ. Και τις μέρες που πέρασες η περιοχή είναι άλλη. Μια παράλληλη περιοχή που δεν εφάπτεται. Εδώ λοιπόν στα ίδια μαγαζιά. Που έχουν αλλάξει όνομα ξανά και ξανά. Τόσο που το ραντεβού δεν είναι σε κάποιο μαγαζί -κανείς δεν είναι σίγουρος πως λέγονται τώρα- μόνο στη συμβολή δύο δρόμων. Και όσο εσύ μεγαλώνεις τόσο τα Εξάρχεια μικραίνουν. Ολοι οι θαμώνες μοιάζουν πιτσιρίκια. Και κάτι μέσα σου σε συγκρατεί από το να συγκρίνεις, από το να πεις πόσο όλα έχουν αλλάξει και πως παλιά ήταν καλύτερα, πως εσύ -και όλοι όσοι κάθονται στο ίδιο τραπέζι- ήσαστε καλύτεροι τότε, τα πράγματα πιο αυθεντικά, τα ξενύχτια πιο ουσιαστικά. Δεν το λες. Γιατί έχεις ακούσει να το λένε. Οταν εσύ ήσουν στην άλλη όχθη. Και θυμάσαι πόσο σε τσάντιζε και πως πέρα από την άρνησή σου έβγαινε και μια επιθετική λύπη, ένα «άσε μας ρε μπάρμπα». Είναι και που τα ίδια τα Εξάρχεια δεν βοηθούν. Πρωτεύουσα του Airbnb, γεμάτα φασαίους τουρίστες ή σκέτους τουρίστες, γεμάτα νεόκοπους επισκέπτες ενός μύθου που ξεθώριασε, λαμαρίνες στην πλατεία και εξειδικευμένα ταχυφαγεία που βάζουν παντού αβοκάντο και σου χρεώνουν την μπουκιά χρυσάφι (και στο σημείο αυτό αναρωτιέσαι μήπως άρχισες όντως να μιλάς σαν τον μπάρμπα του άλλου καιρού).
Παρασκευή βράδυ λοιπόν. Στην περιοχή αυτή που είναι μια άλλη περιοχή και η ίδια περιοχή ταυτόχρονα. Και εμείς μέσα της που είμαστε μαζί οι ίδιοι και άλλοι. Αλλά είμαστε εδώ. Μια περιοχή είναι μια ηλικία. Δική μας ηλικία. Ακόμα και η ίδια περιοχή. Μπορεί να κατοικεί σε δύο ή περισσότερες ηλικίες ταυτόχρονα. Και εμείς είμαστε εδώ, σε αυτή την περιοχή που τουλάχιστον σήμερα το βράδυ έχει τη δική μας ηλικία. Και τις προηγούμενες ηλικίες μας ταυτόχρονα. Και για μια στιγμή ανάμεσα στη νοσταλγία και την ωραία στιγμή του παρόντος, αυτή τη συλλογική αίσθηση του «καλά πάει» (ακόμα και αν δεν πάει καλά) μια συνειδητοποίηση. Αυτά είναι τα δικά μας γενέθλια, η δική μας Παρασκευή βράδυ, τα Εξάρχεια που πέρασαν και αυτά που δεν έχουν ακόμη έρθει.
