ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αταλάντη Ευριπίδου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ρεύμα πέφτει πριν προλάβω ν’ απαντήσω στο σχόλιο του Σαράντη, αλλά αφότου έχω προλάβει να το δω. Ο υπολογιστής κλείνει μ’ ένα τσαφ, ο ανεμιστήρας χάνει ταχύτητα και σταματάει. Ιδρώτας κυλάει αργά μες στα μαλλιά μου, στάζει στον αυχένα, στο στέρνο, στην πλάτη μου. Σκουπίζω το μέτωπό μου με την τελευταία στεγνή άκρη της μπλούζας μου. Ακτιβιστή του καναπέ. Το μυαλό μου αρνείται να επεξεργαστεί τις λέξεις, έχει κατέβει σε απεργία λόγω καύσωνα. Σηκώνομαι και βγαίνω στο μπαλκονάκι της κουζίνας η μπόχα με πιάνει απροετοίμαστο. Τρίτη μέρα που απεργούν οι σκουπιδιάρηδες. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι μια παραλία. Μυρίζει θάλασσα κι αντηλιακό, παιδάκια φωνάζουν, ρακέτες κάνουν τούκου τούκου. Απ’ το κορμί μου εξατμίζεται νερό αντί για ιδρώτας. Στην άκρη της γλώσσας, γεύομαι καρπούζι.

Το κινητό στο χέρι μου δονείται, η σκουπιδίλα νικάει τη φαντασία. Είναι το σχόλιο του Σαράντη ξανά. Η διακοπή θα φταίει για την επανάληψη. Ακτιβιστή του καναπέ. Σφίγγω το τηλέφωνο. Τον μαλάκα. Οταν κατεβαίναμε μαζί στις πορείες και τρώγαμε τα δακρυγόνα ήμουν καλός; Οταν σπάγαμε τις βιτρίνες των ενεχυροδανειστήριων ή όταν ζωγραφίζαμε τριχωτά αρχίδια στις πόρτες των Airbnb; Τότε δεν ήμουν ακτιβιστής του καναπέ; Κλοτσάω το κάγκελο κι αλυχτάω απ’ τον πόνο έχω ξεχάσει ότι φοράω σαγιονάρες.

Μπαίνω πάλι μέσα βρίζοντας θεούς, δαίμονες, το κράτος που δεν πληρώνει τους σκουπιδιάρηδες, τη ΔΕΗ, τον Σαράντη. Ξεκλειδώνω το κινητό και ψάχνω το νούμερό του στις επαφές μου. Ο αντίχειράς μου μένει μετέωρος πάνω απ’ τ’ όνομά του. Και να του πω τι; Ξέρω πώς θα πάει η κουβέντα, ξέρω ακόμη και πώς θα μοιάζει το πρόσωπό του όσο θα μιλάμε: σαν να ’χει μόλις πατήσει σκατά και ν’ αναρωτιέται πώς θα καθαρίσει το αρβυλάκι του.

«Τι σχόλιο ήταν αυτό, ρε;» θα τον ρωτήσω, με φωνή που θα τρέμει απ’ τα νεύρα ή τον πόνο του χτυπημένου μου ποδιού. «Μια φορά είπα ότι δεν θα κατέβω, μία».

«Δεν είναι μία, Μάρκο». Η δική του φωνή, από την άλλη, θα είναι ήρεμη – φωνή ανθρώπου που ξυπνάει κάθε πρωί με τη βεβαιότητα πως έχει δίκιο. «Ούτε τις προάλλες κατέβηκες, με τον καινούργιο νόμο».

«Είχα βάρδια», θα δικαιολογηθώ.

Οντως είχα, τι να ’κανα, να ’λεγα στον σουπερβάιζορ ότι δεν μπορώ να δεχτώ κλήσεις γιατί έχει πορεία;

«Και στο συλλαλητήριο για τη δολοφονία του Αρτόγλου; Βάρδια και τότε;»

Θα στραβοκαταπιώ και θα με πιάσει βήχας. Τότε είχα πάει να ποτίσω τα φυτά της μάνας μου που έλειπε. Ηθελα να κατέβω, αλλά στο πατρικό μου είχε κλιματιστικό. Με πήρε ο ύπνος.

«Ούτε στην κατάληψη για τις κατεδαφίσεις πάτησες» θα συνεχίσει.

Το ρεύμα ξανάρχεται. Ο ανεμιστήρας παίρνει μπρος. Στάζω στο σανιδένιο πάτωμα του σαλονιού-γραφείου-υπνοδωματίου. Τινάζω τα μουσκεμένα μου μαλλιά και σταγόνες ιδρώτα προσγειώνονται στην οθόνη του υπολογιστή και στο ποτήρι του φραπέ. Το κινητό μου δονείται. Κι άλλο σχόλιο απ’ τον Σαράντη. Σόρι, Μάρκο, στον @KonxOmPunk πήγαινε το σχόλιο.

Θέλω να πετάξω το τηλέφωνο στον τοίχο, αλλά η αφραγκιά μού το απαγορεύει. Το ρεύμα ξαναπέφτει, ο ανεμιστήρας παραιτείται, η μυρωδιά των σκουπιδιών με πνίγει. Περισσότερο, όμως, με πνίγει ο θυμός για τον φανταστικό Σαράντη που πιστεύει ότι έχω ξεπουληθεί. Ισως γι’ αυτό το πιστεύω για τον εαυτό μου, κάποιες μέρες που δεν έχει καύσωνα κι οι λογαριασμοί δεν έχουν μείνει απλήρωτοι τρεις μήνες και παρ’ όλα αυτά δεν κατεβαίνω στον δρόμο. Ισως γι’ αυτό μυγιάστηκα με το σχόλιο. Ισως, πάλι, φταίει ο πατέρας μου, που έτρεχε στις πορείες ώς το τέλος, ακόμη κι όταν δεν μπορούσε να σταθεί απ’ τις χημειοθεραπείες.

Δεν γαμιέται; Στέλνω μήνυμα στον Σαράντη. Πού είσαι; Ερχομαι. Κρατάω την ανάσα μου σαν να περιμένω το πρώτο μου φιλί. Τότε ανησυχούσα μήπως βρομούσε το στόμα μου. Τώρα ανησυχώ μήπως έχουν βρομίσει οι ιδέες μου. Ευτυχώς, απαντάει αμέσως. Στο Ζάππειο, δεν έχω καταφέρει να πάω παραπέρα. Χαμός γίνεται, έχει κατέβει όλο το λεκανοπέδιο.

Αλλάζω μπλούζα, βάζω κάλτσες κι αθλητικά, κάνω κι ένα πέρασμα με το αποσμητικό στις μασχάλες και το κόβω με τα πόδια απ’ το Παγκράτι. Μέχρι να φτάσω, η φανέλα έχει βρεθεί στην κωλότσεπη κι έχω λουστεί το μισό μπουκάλι νερό που πήρα απ’ το περίπτερο. Βλέπω τον Σαράντη από μακριά. Ο δρόμος είναι γεμάτος σκουπίδια κι ιδρωμένους ανθρώπους που φωνάζουν. Εκείνη τη στιγμή, ο Σαράντης με παίρνει χαμπάρι και ξεκινάει κόντρα στο ρεύμα για να με φτάσει. Κάποιος με σκουντάει στα πλευρά, ένας αγκώνας χώνεται στην κοιλιά μου και πάω να πέσω. Ο Σαράντης με φτάνει, με αρπάζει απ’ το μπράτσο, με στηρίζει.

«Τι καλά που ήρθες, ρε μαλάκα» μου λέει και με παίρνει μια ιδρωμένη αγκαλιά.

Πριν μιλήσω, σκάει ένα μπουμπουνητό. Η βροχή ξεκινάει να πέφτει σε χοντρές ψιχάλες. Βγάζω τη γλώσσα έξω και τις γεύομαι – είναι αλμυρές. Ο αέρας δεν μυρίζει πια σκουπίδια, ζεστή άσφαλτο και στριμωγμένο κόσμο. Μυρίζει θάλασσα, αντηλιακό και γρανίτα καρπούζι. Ο καύσωνας σπάει. Γελάω.

* Η συλλογή διηγημάτων της Αταλάντης Ευριπίδου («Εκείνοι που δεν έφυγαν», 2024) τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης» 2025