Τουλάχιστον 18 δισεκατομμύρια δολάρια έχει κοστίσει μέχρι στιγμής στους Αμερικανούς καταναλωτές η επιχείρηση εξόντωσης που έχει εξαπολύσει ο Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Γραφείου Προστασίας Καταναλωτών Χρηματοπιστωτικού Τομέα των ΗΠΑ.
Οι τεράστιες απώλειες οφείλονται, σύμφωνα με ανάλυση που πραγματοποίησαν το Κέντρο Προστασίας Δανειοληπτών Φοιτητικών Δανείων των ΗΠΑ και η Αμερικανική Ομοσπονδία Καταναλωτών, στην κατάργηση των κανονισμών για τις τραπεζικές χρεώσεις που είχε θεσπίσει το CFPB, την ολοκληρωτική απόρριψη υποθέσεων εναντίον τραπεζών και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων για παρανομίες σε βάρος καταναλωτών και στην προφανή αποτυχία εκταμίευσης προστίμων και άλλων κεφαλαίων που προορίζονται για τους ζημιωθέντες δανειολήπτες.
Το Γραφείο Προστασίας Χρηματοοικονομικών Καταναλωτών (CFPB) αποτελεί ανεξάρτητη υπηρεσία της αμερικανικής κυβέρνησης. Ειναι υπεύθυνη για την προστασία των καταναλωτών στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στη δικαιοδοσία του περιλαμβάνονται τράπεζες, πάσης φύσεως πιστωτές, εισπρακτικές και άλλες εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η ίδρυσή του προτάθηκε πρώτη φορά το 2007, στην κορύφωση της φούσκας των ακινήτων και των συνδεδεμένων με αυτά υψηλού ρίσκου χρηματοπιστωτικών παραγώγων από την προοδευτική γερουσιαστή Ελίζαμπεθ Γουόρεν, που ήταν τότε καθηγήτρια Νομικής στο Χάρβαρντ. Εγκρίθηκε, ωστόσο, από το Κογκρέσο το 2010, δύο περίπου χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και το κραχ του 2008 ως μέρος του Νόμου Dodd – Frank για τη Μεταρρύθμιση και την Προστασία των Καταναλωτών από τη Wall Street. Αποτελεί ανεξάρτητο γραφείο εντός της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ με μείζονες προτεραιότητες τα στεγαστικά δάνεια, τις πιστωτικές κάρτες και τα φοιτητικά δάνεια. Το CFPB έχει δεχτεί μυριάδες καταγγελίες στα χρόνια της λειτουργίας του, ενώ θέσπισε ή εισηγήθηκε κανόνες για τον περιορισμό των χρεώσεων υπερανάληψης και των χρεώσεων καθυστερούμενων πληρωμών των πιστωτικών καρτών, την απαγόρευση του ιατρικού χρέους από τις πιστωτικές αναφορές, τον περιορισμό της ικανότητας των μεσιτών δεδομένων να πωλούν προσωπικά δεδομένα και τον περιορισμό των επιθετικών πρακτικών βραχυπρόθεσμων πιστωτών.
Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, το Γραφείο αποτέλεσε επανειλημμένα στόχο Ρεπουμπλικανών πολιτικών, των τραπεζιτών και ευρύτερα του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Με την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε ολομέτωπη επίθεση εναντίον του Γραφείου με στόχο την εξαφάνισή του. Ο Αμερικανός πρόεδρος διόρισε αναπληρωτή διευθυντή, ο οποίος, μεταξύ άλλων, διέταξε την παύση των ρυθμιστικών δραστηριοτήτων του Γραφείου και εφάρμοσε σχέδιο για την απόλυση του 90% του προσωπικού του. Η ανάλυση των δύο παραπάνω οργανώσεων προστασίας των καταναλωτών κατέγραψε αναλυτικά τις ενέργειες της κυβέρνησης Τραμπ που χτύπησαν το Γραφείο και ζημίωσαν τους καταναλωτές προς όφελος του χρηματοπιστωτικού τομέα:
● Χρεώσεις καθυστέρησης πληρωμών υπερανάληψης: υπό τον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, το CFPB είχε λάβει μέτρα για να περιορίσει τα τέλη καθυστέρησης πιστωτικών καρτών στα 8 δολάρια από συνήθως 32 δολάρια τον μήνα που χρέωναν τα πολύ μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εκμεταλλευόμενα ένα κενό όπως και τα αντίστοιχα τεράστια τέλη υπερανάληψης στα 5 δολάρια μηνιαίως. Από αυτά τα δυο τέλη οι μεγάλες τράπεζες κέρδιζαν αντίστοιχα σε βάρος των καταναλωτών 14 και 12 δισ. δολάρια ετησίως. Η κίνηση της CFBP ελάφρυνε δραστικά το βάρος των καταναλωτών. Οι μεγάλες τράπεζες μήνυσαν αμέσως το CFPB και, αφού ο Τραμπ ανέλαβε τα ηνία, αυτό συνεργάστηκε με τον κλάδο για να πείσει ένα συντηρητικό δικαστήριο να καταργήσει το όριο τελών. Ετσι, χάρη στο CFPB του Τραμπ, οι μεγάλες τράπεζες θα συνεχίσουν να χρεώνουν στους καταναλωτές αυτά τα εξωφρενικά τέλη, ενώ θα τους επιτραπεί και να τα αυξάνουν. Η κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ εκτιμάται ότι κοστίζει συνολικά στους καταναλωτές 15 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
● Απόσυρση 22 εκκρεμών προσφυγών του Γραφείου εναντίον τραπεζικών κολοσσών όπως οι JP Morgan Chase, Bank of America, Wells Fargo, Capital One, δίνοντας χάρη σε αυτές χάρη για κατάφωρες επαναλαμβανόμενες παραβάσεις που επέφεραν συνολικές απώλειες 5 δισ. δολαρίων στους καταναλωτές.
● Πάγωμα διαδικασίας αποπληρωμής δεδικασμένων αποζημιώσεων σε δανειολήπτες φοιτητικών δανείων από τον κολοσσό του τομέα Navient με συνολικό κόστος 100 εκατ. δολαρίων γι’ αυτούς.
● Απαλλαγή Toyota Motor Credit and Electronic Money Services CorporationWise από την ευθύνη για μια σειρά παράνομων δραστηριοτήτων με κόστος 50 εκατ. δολαρίων για τους καταναλωτές.
