«Οταν η αρπαγή γίνεται τρόπος ζωής για μια ομάδα ανθρώπων σε μια κοινωνία, με την πάροδο του χρόνου αναπτύσσουν ένα νομικό σύστημα που τη νομιμοποιεί και έναν ηθικό κώδικα που την επιβραβεύει», έγραψε πριν από δύο αιώνες ο μεγάλος φιλόσοφος Frédéric Bastiat.
Είναι πασιφανές ότι η χώρα μας μετατράπηκε μεταπολιτευτικά σε μια κρατικοδίαιτη οικονομία και κοινωνία.
Insiders και outsiders του συστήματος, άνθρωποι της καμαρίλας και του κομματικού σωλήνα, με (ψευδο)αστική δήθεν κουλτούρα, νέμονται το Δημόσιο –και κυρίως την εξουσία που αυτό παράγει– και αλληλοδιανείμουν αλαζονικά τους καρπούς της βαριάς φορολογίας και των ευρωπαϊκων επιδοτήσεων.
Τα δυο κόμματα που κυβέρνησαν περισσότερο τα τελευταία 50 χρόνια, έθρεψαν τη διαφθορά και τον μικρό και μεγάλο παρασιτισμό. Το κομματικό κράτος έγινε οργανισμός όπου το παράνομο υπερτερεί του νόμιμου και ουδείς τελικά ενοχλείται, αφού η διαδοχή νομιμοποιεί την ατιμωρησία παρά την καλυμμένη λογοδοσία.
Τον εξουσιαστικό αυτό κρατικό καπιταλισμό της ρεμούλας, και κυρίως την εδραίωση του αδιεξόδου από την «αρνητική αξία» που αυτός παράγει, μπορεί κάποιος να διαβάσει και να δει πώς περιγράφεται αλληγορικά (από την αγορά στο κράτος) από το 1970, με ένα μεγάλο έργο του στοχαστή Albert Hirschman.
Ο σπουδαίος αυτός καθηγητής στην ουσία δεν «ενδιαφέρεται» ακριβώς για την πηγή της διαφθοράς ή της κακής διαχείρισης παραγωγής, υπηρεσιών και αξίας. Ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις του ορθολογικού ατόμου (π.χ. ψηφοφόρου ή πολίτη) σε περιπτώσεις αρνητικών παραγωγικών αποτελεσμάτων.
Ο Hirschman ανακάλυψε ότι σε περίπτωση επιδείνωσης της προσφοράς ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας (π.χ. έντιμη και χρηστή διοίκηση στο κράτος) τρεις είναι οι εναλλακτικές δυνατότητες εκδήλωσης της δυσαρέσκειας που διαθέτει ο καταναλωτής, ο ψηφοφόρος, ο πολίτης:
– Να αποχωρήσει από την επιχείρηση/οργάνωση/κόμμα, που επιδεινώνει το προσφερόμενο αγαθό.
– Να μείνει, εκδηλώνοντας όμως έμπρακτα τη διαφωνία του και ασκώντας πίεση να επαναφέρει το αγαθό στην πρότερη κατάσταση.
– Τέλος, να παραμείνει πιστός, εκδηλώνοντας την αφοσίωσή του και αναστέλλοντας για ένα χρονικό διάστημα την αποχώρηση ή τη διαφωνία του.
Κατανοείτε ότι ο νεοέλληνας –που μετακινείται εύκολα ιδεολογικά και αποφασίζει να ψηφίσει σχεδόν συμφεροντολογικά– επιλέγει σε μεγάλο βαθμό την «αποχώρηση» (αποχή).
Πόσο κοστίζει αυτό άραγε κοινωνικά; Πόσο θα μπορούσε η γόνιμη διαφωνία και η αντίδραση να αλλάξει μια παθογόνο κατάσταση, μια διαιωνιζόμενη παρασιτική και διεφθαρμένη εξουσιαστική συμπεριφορά;
«Λένε ότι η εξουσία διαφθείρει, αλλά το πιο σωστό είναι ότι η εξουσία προσελκύει τους διεφθαρμένους. Οι υγιείς συνήθως έλκονται από άλλα πράγματα παρά από την εξουσία», έγραψε πριν από χρόνια ο David Brin. Και το ξέρουμε όλοι. Εχουμε όμως μια ειδική δυσκολία στον συνδυασμό αποχώρησης και διαφωνίας.
Ειδικά όταν γεννήσουμε μονοκρατορίες (όπως τώρα) δεν ξέρουμε ως κοινωνίες πως αυτό το οιονεί μονοπώλιο (σε εξουσία ή σε αγορά) μπορεί να ωφεληθεί από τον ανταγωνισμό.
Ο Hirschman αναλύει ευφυώς τα «περί χωρικού δυοπωλίου» αλλά και τη συνθήκη «δυναμικής του δικομματικού συστήματος» και προτείνει λύσεις που φυσικά προϋποθέτουν συλλογικότητα και ισχυρά κοινωνικά ένστικτα.
ΥΓ. Σε καμία περίπτωση, ένα βιβλίο ή μια θεωρία δεν λύνει τη στρέβλωση και τον παρασιτισμό, ούτε την παραγωγή αντι- αξίας σε κοινωνίες και οικονομίες («Η εξουσία δεν διαφθείρει. Ο φόβος διαφθείρει. Ισως ο φόβος απώλειας της εξουσίας», έλεγε ο Τζον Στάινμπεκ).
Σίγουρα, όμως, έργα σαν αυτό του Hirschman μάς δείχνουν ότι το ένδυμα της ιδεολογίας, της στρατηγικής και των καλών προθέσεων (σε κυβερνήσεις, εταιρείες, οργανισμούς) κάλλιστα μπορεί να κρύψει τη στρέβλωση και τις παθογένειες (τόσο από πρόσωπα του συστήματος όσο από θεσμούς ή δομές, ταυτόχρονα…).
