ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Δουζίνας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αίσθηση ότι η δικαιοσύνη έχει αποτύχει είναι παλλαϊκή και έντονη. Eχει ηττηθεί στις αποτυχίες του νομικού συστήματος, στις φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις, στις επιθέσεις στους πρόσφυγες, στη θεσμική βία, στα νομικά τερατουργήματα των «ανθρωπιστικών» πολέμων, στη γενοκτονία της Γάζας και την καταστροφή του διεθνούς δικαίου. Το έγκλημα στα Τέμπη, οι τηλεφωνικές υποκλοπές, η απουσία ουσιαστικής έρευνας για το ναυάγιο της Πύλου, η αντιμετώπιση των θυμάτων βιασμού και σεξουαλικής βίας έχουν οδηγήσει στην πλήρη απαξίωση της δικαστικής εξουσίας που συστηματικά παραβιάζει τη δικαιοσύνη.

Ο Μισέλ Φουκό έχει αποκαλέσει τους μεγάλους νομικούς του 18ου αιώνα «παγκόσμιους διανοούμενους»: «Ο άνθρωπος της δικαιοσύνης, ο άνθρωπος του δικαίου, αυτός που αντιπαραθέτει στην εξουσία, στον δεσποτισμό, στις καταχρήσεις και την αλαζονεία του πλούτου την καθολικότητα της δικαιοσύνης και την ισότητα ενός ιδανικού νόμου». Σήμερα έχουμε χάσει την πίστη μας στην οικουμενικότητα του δικαίου, στην ικανότητα μιας ιδανικής δικαιοσύνης και στη δίκαιη κρίση των δικαστών. Τι σημαίνει «δικαιοσύνη» στον κόσμο της γνωσιακής και ηθικής αβεβαιότητας;

Η θεωρία της δικαιοσύνης είναι το παλιότερο αντικείμενο και η μεγαλύτερη αποτυχία της ανθρώπινης σκέψης. Από τον Ομηρο και τη Βίβλο ώς τον Πλάτωνα, τον Μαρξ και τους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, τα καλύτερα μυαλά και οι πιο φλογερές καρδιές προσπάθησαν να ορίσουν τη δικαιοσύνη. Απέτυχαν. Κάθε φορά που μια θεωρία δικαιοσύνης εφαρμόστηκε στην πράξη, σύντομα δημιούργησε μια αίσθηση αδικίας που οδήγησε στην αντίσταση, την εξέγερση, την επανάσταση. Η ζωή αρχίζει με την αδικία και εξεγείρεται εναντίον της. Η σκέψη την ακολουθεί, ξεκινώντας με τον στοχασμό πάνω στη δικαιοσύνη και καταλήγοντας σε ακόμα μια περίπτωση αδικίας.

Η θεωρία της δικαιοσύνης είναι οικονομική: οι διανεμητικές αρχές της προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις απολαύσεις με τα πάθη, να κλείσουν τους κοινωνικούς λογαριασμούς, να κάνουν τους ανθρώπους να αποδεχτούν το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα ή κάποιο άλλο που έρχεται. Η αδικία, από την άλλη, είναι αντιοικονομική, διότι ο πόνος δεν μπορεί να υπολογιστεί. Η άγνωστη ιστορία της υπερβαίνει το δίκαιο και την οικονομία – παραβιάζει την καλή τάξη και τη νομική ευπρέπεια και επιμένει ότι η εξουσία και οι προσταγές των θεσμών δεν είναι ποτέ πλήρως αποδεκτές. Η μόνη αιώνια αρχή είναι η αντίσταση στην αδικία. Η αδικία υπερβαίνει πάντα το μέτρο και την τάξη. Αυτός είναι ο λόγος που η αδικία ανήκει στα πάθη, στα παιδιά και στους ποιητές. Αλλά χωρίς την αίσθηση της αδικίας, κάθε συζήτηση για τη δικαιοσύνη θα παρέμενε άχρηστη, ένα παιχνίδι όσων είναι ικανοποιημένοι με την κατάσταση του κόσμου. Το βλέπουμε κάθε μέρα.

Μας περιτριγυρίζει η αδικία, αλλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η δικαιοσύνη. Το μεγάλο παράδοξο της δικαιοσύνης είναι ότι, ενώ η αρχή της έχει θολώσει από διαφωνίες, αβεβαιότητα και αμφισβητήσεις, η αδικία γίνεται πάντοτε αισθητή με βεβαιότητα και δημιουργεί αίσθηση επείγοντος. Ο Μαρξ παρουσίασε τις αδικίες του καπιταλισμού με τον πιο έντονο τρόπο, αλλά δεν ανέλυσε τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης. Οι καπιταλιστικές κοινωνίες γεννούν ατέλειωτες συζητήσεις περί δικαιοσύνης, αλλά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της. Η Πολιτεία του Πλάτωνα όπως και η ιδέα του κομμουνισμού εμπνέονται από την αδικία των θεσμών και τις αποτυχίες των συμβατικών θεωριών παρά από ένα σαφές όραμα της επερχόμενης ουτοπίας.

Αναγνωρίζουμε την αδικία όταν τη συναντάμε και αισθανόμαστε ότι πρέπει να την καταγγείλουμε και να της επιτεθούμε με τη λογική, τη φαντασία και, ενίοτε, με πράξεις. Εκατοντάδες χιλιάδες βγαίνουν στους δρόμους για την αδικία των Τεμπών και τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη με βεβαιότητα και σιγουριά, χωρίς επιφυλάξεις. Αλλά όταν στρεφόμαστε στους όρους της δικαιοσύνης, η βεβαιότητα και το συναίσθημα υποχωρούν. Το απολύτως σαφές στην απουσία του γίνεται ασαφές και αμφιλεγόμενο στη θετική του διατύπωση. Αυτό που δημιουργεί τα ισχυρότερα συναισθήματα όταν λείπει, γίνεται μια εικασία όταν αναλύουμε την παρουσία του. Η δικαιοσύνη συγκινεί τους ανθρώπους όταν παραβιάζεται, η απουσία της παρακινεί τους ανθρώπους σε δράση. Η αδικία είναι υπόθεση της καρδιάς και της πράξης, η δικαιοσύνη ανήκει στη φιλοσοφία και στη σκέψη, μια ακαδημαϊκή άσκηση που δεν πείθει ούτε ενθουσιάζει. Δεν βγαίνει ο κόσμος στους δρόμους με τις «δύο αρχές της δικαιοσύνης ως fairness», του αγαπημένου στους φιλελεύθερους Rawls, στα λάβαρά του.

Τι γίνεται όμως αν δεν έχουμε μια αρχή ή θεωρία της δικαιοσύνης; Εχουν εμποδίσει τα φιλοσοφικά μας προβλήματα τις εξεγέρσεις των θυμάτων της αδικίας; Δεν αισθάνονται την αδικία όσοι δεν έχουν διαβάσει καμία θεωρία της δικαιοσύνης; «Είναι ευκολότερο να αναγνωρίσεις την αδικία παρά να ορίσεις τη δικαιοσύνη» [1]. Η δικαιοσύνη παρουσιάζεται στις περισσότερες θεωρίες ως αντικείμενο ορισμού και περιγραφής της μιας και μοναδικής αλήθειας. Η αδικία, από την άλλη πλευρά, είναι ζήτημα συναισθήματος και ευθύνης, ακρόασης και ανταπόκρισης στο κάλεσμα του θύματος. Γι’ αυτό η λογοτεχνία εκφράζει την απελπισία, τις καταστροφές, τα μικρά και μεγάλα κακά της καθημερινής ζωής καλύτερα από τη φιλοσοφία. Η αδικία γίνεται αισθητή από τους καταπιεσμένους, τους αποκλεισμένους, τους υπό εκμετάλλευση, από τα θύματά της. Η θεωρία της δικαιοσύνης ξεκινάει από κάτω, από την οπτική γωνία των ηττημένων και των καταπιεσμένων. Η αδικία υπερβαίνει τη θεωρία της δικαιοσύνης. Η σκέψη ξεκινά με τη δικαιοσύνη. Η ζωή με την αδικία.

Η αδικία δεν χρειάζεται μια θεωρία πριν γίνει αισθητή και δεν ακολουθεί καθολικά εφαρμόσιμες αρχές. Δεν απαιτεί διάλογο αλλά δράση. Η κατανόηση της αδικίας ξεκινά αναγκαστικά από το θύμα και τα υποκειμενικά του συναισθήματα – την ενσυναίσθηση, τη συμπάθεια και τη λογική. Το θύμα της αδικίας δεν είναι το αντίθετο του θύτη, δεν υπάρχει συμμετρία ή αμοιβαιότητα μεταξύ τους. Σε πολλές περιπτώσεις, ένοχος αδικίας δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος αλλά μια δομή ή ένα σύστημα εξουσίας. Ο θυμός που προκαλεί η αδικία οδηγεί σε διαμαρτυρία και δράση, αλλά συχνά οι αδικίες ξεχνιούνται. Η αδικία γίνεται εύκολα αόρατη – το αίσθημά της αποσιωπάται ή αγνοείται από την εξουσία που παραπέμπει σε δικαστήρια, σε επιτροπές, στη θεωρητική απολογία της αδικίας. Το όργανο της δικαιοσύνης είναι ένα ειδικά εκπαιδευμένο μάτι. Η αδικία απευθύνεται στο αφτί – πρόκειται για το άκουσμα του πάσχοντος και την ανταπόκριση στα αιτήματά του.

Αν η δικαιοσύνη πρέπει να παρουσιαστεί για να εφαρμοστεί, η αδικία πρέπει να ακουστεί για να αναιρεθεί. Η μεγαλύτερη αδικία είναι να μην επιτρέπεται στο θύμα να δώσει μαρτυρία για τα πάθη του, όπως γίνεται με τους πρόσφυγες που επέζησαν από το βύθισμα του καϊκιού τους. Τότε η αδικία μετατρέπεται σε πεπρωμένο και το θύμα αισθάνεται ένοχο για τη δική του καταπίεση. Η αδικία δεν είναι το αντίθετο της δικαιοσύνης, λοιπόν, αλλά αυτό που εμποδίζει να τεθεί το ζήτημα της δικαιοσύνης και της αδικίας. Οπως λέει το ρητό, σ’ αυτή τη ζωή έχετε το δίκαιο, η δικαιοσύνη είναι για την άλλη. Ομως αυτό δεν οδηγεί σε εφησυχασμό αλλά σε συνεχή αντίσταση και δράση.

1. Κώστας Δουζίνας, «Η Επιθυμία του Νόμου» (Νήσος, 2025 υπό έκδοση)

! Η στήλη θα ξεκουραστεί για λίγο και θα επιστρέψει σύντομα.

* Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου