Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τους τέσσερις και πλέον μήνες της δεύτερης προεδρίας Τραμπ είναι χωρίς προηγούμενο οι συνέπειες για το Διεθνές Δίκαιο και τους διεθνείς θεσμούς. Η απλή απαρίθμηση των οργανώσεων των Ηνωμένων Εθνών από τις οποίες αποχώρησαν οι ΗΠΑ αυτούς τους μήνες προσφέρει ένα μικρό δείγμα των αλλαγών που έχουν επέλθει στη διεθνή ζωή, χωρίς να χρειαστεί να αναφέρουμε παραδείγματα όπως η περιθωριοποίηση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και η τύχη των ενταλμάτων σύλληψης που έχει εκδώσει.
Αξιοσημείωτη είναι, όμως, και η προσπάθεια ανασυγκρότησης της Ευρωπαϊκής Αμυνας, με το Ηνωμένο Βασίλειο να τηρεί τις αναγκαίες για τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες αποστάσεις, αλλά και να συνεργάζεται με τους Ευρωπαίους πρώην εταίρους του για τη μεγέθυνση της συλλογικής αποτρεπτικής ισχύος. Σε έναν κόσμο που λειτουργεί εδώ και αρκετούς μήνες χωρίς κανόνες, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αποτρεπτικής ισχύος και ταυτόχρονα η ανάδειξη του πυλώνα δημοκρατία/ανθρώπινα δικαιώματα σε θεμέλιο της συλλογικής ασφάλειας της Γηραιάς Ηπείρου ρίχνει ένα αχνό, έστω, φως στο σκοτάδι.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών στις προσπάθειες να παρακαμφθούν αρχές και κανόνες που σφυρηλατήθηκαν στα δύσκολα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Είναι γεγονός ότι πέρασαν αρκετές εβδομάδες μέχρις ότου να ασχοληθούν αυτοί οι ευρωπαϊκοί θεσμοί με τη σύλληψη στις 19.3.2025 του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή την εξουδετέρωση της μόνης σοβαρής πολιτικής απειλής στην παντοδυναμία Ερντογάν. Πόσο μάλλον με τη βίαιη καταστολή των μαζικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας που ακολούθησαν.
Μία εξήγηση για αυτή την αιδημοσύνη είναι η μόνιμη πλέον αξία της Τουρκίας ως αναχώματος στις εισροές προσφύγων και μεταναστών διαμέσου των νοτιοανατολικών συνόρων της Ε.Ε. Τελευταία έγινε και η αναβάθμιση του ρόλου του Τούρκου προέδρου ως «ειρηνοποιού-διαπραγματευτή» στον πόλεμο στην Ουκρανία. Ωστόσο, η διάβρωση των ευρωπαϊκών θεσμών για τα ανθρώπινα δικαιώματα από τις πολιτικές της Τουρκίας ανατρέχει σε αρκετά παλαιότερο χρόνο (βλ. Δ. Κώνστα, «Ο χειμώνας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», «Εφ.Συν.», 4.11.2022) και έχει αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της. Είναι χαρακτηριστική η υπόθεση του Οσμάν Καβαλά, ο οποίος παρά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και εκείνες της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων του Συμβουλίου της Ευρώπης παραμένει στη φυλακή και οι θεσμικές απειλές κατά της Τουρκίας μένουν χωρίς αποτέλεσμα.
Eκθεση του Ευρωπαϊκού Kοινοβουλίου, που συντάχθηκε πριν από περίπου έναν μήνα (7.5.2025) από τον Ισπανό Σοσιαλιστή βουλευτή (Νacho) Sánchez Amor και εγκρίθηκε από την Ολομέλεια με 367 ψήφους υπέρ και 74 κατά, χωρίς να παραβλέπει τη στρατηγική αξία της Τουρκίας, ασκεί αυστηρή κριτική στην Αγκυρα για την κατάσταση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπογραμμίζει τη μεγάλη απόσταση που τη χωρίζει από την Ευρώπη. Επίσης καταδικάζει απερίφραστα την πρόσφατη επίσκεψη Ερντογάν στην κατεχόμενη Κύπρο.
Τονίζει ακόμα ότι σε σύγκριση με άλλες υποψήφιες προς ένταξη χώρες, η Τουρκία είναι η μόνη που έχει κάνει βήματα προς τα πίσω και ότι το σημερινό επίπεδο των ευρωτουρκικών θεσμικών σχέσεων είναι το χειρότερο των τελευταίων ετών. Παρ’ όλα αυτά, προτείνει τη συνέχιση του διαλόγου σε θέματα ασφάλειας και μετανάστευσης, δικαιολογώντας τη χρηματοδότηση του καθεστώτος Ερντογάν με εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να συνεχίσει την περιφρούρηση της Ευρώπης από την ανεπιθύμητη μετανάστευση.
Κραυγαλέα ίσως αντίδραση ευρωπαϊκών χωρών που επιδιώκουν να υποτάξουν την αυτονομία της ευρωπαϊκής Δικαιοσύνης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί η παρέμβαση της πρωθυπουργού της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι (υπενθυμίζεται: πρώτη Ευρωπαία πολιτικός που επισκέφτηκε τον νεοεκλεγέντα Τραμπ στην εξοχική κατοικία του), και της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με αίτημα την «ανοιχτόμυαλη (sic) ερμηνεία» της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Με επιστολή, που φέρει επίσης την υπογραφή των πρωθυπουργών της Αυστρίας, του Βελγίου, της Τσεχίας, της Εσθονίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας και της Πολωνίας, υπογραμμίζεται στο Δικαστήριο η ανάγκη για έναν πιο «ανοιχτόμυαλο διάλογο» σχετικά με την ερμηνεία της Σύμβασης. Οι εννέα πρωθυπουργοί τονίζουν επίσης ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να έχουν «τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν πότε να εκδιώκουν αλλοδαπούς εγκληματίες που επιδιώκουν να υπονομεύσουν την εσωτερική ασφάλειας της χώρας τους». Απάντηση στην επιστολή έδωσε ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Αλέν Μπερσέ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να αποφευχθεί η «πολιτικοποίηση» του Δικαστηρίου καθώς και οι υποδείξεις στους δικαστές να λαμβάνουν «πολιτικά επιθυμητές» δικαστικές αποφάσεις.
Ασφαλώς τα παραπάνω, καίτοι πρωτοφανή, αποτελούν πταίσματα συγκρινόμενα με την έρπουσα κατάλυση του κράτους δικαίου στις ΗΠΑ και την τύχη αποφάσεων διεθνών πολιτικών και δικαστικών αρχών για την κατάσταση στη Γάζα. Ομως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι άμεσα συνδέδεμένα με την άσκηση κρατικής εξουσίας και πως η τελευταία, πίσω από τις κλειστές θύρες, μπορεί να μας επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις. Ισως σήμερα, περισσότερο από άλλες φορές στο παρελθόν, είναι σημαντική η ενημέρωση των Ευρωπαίων πολιτών για το διακύβευμα των δύσκολων ημερών που ζούμε και τη σημασία της συμμετοχής τους στα κοινά εντός και εκτός της χώρας τους.
*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, πρώην πρέσβης εκ Προσωπικοτήτων
