Πέσανε πολλές βόμβες τη βδομάδα που μας πέρασε, στο Ιράν και στο Ισραήλ, με επιστέγασμα τις τεράστιες διατρητικές βόμβες που έριξαν οι Αμερικανοί στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν – χωρίς, πάντως, να ξέρουμε με βεβαιότητα την έκταση των πληγμάτων. Οπότε, εμείς, ταπεινοί λεξιλόγοι, θα πούμε σήμερα για τη βόμβα.
Η λέξη ήρθε στα ελληνικά ως μπόμπα, από την ιταλική bomba, που εμφανίζεται τον 16ο αιώνα και δηλώνει διάφορα εκρηκτικά βλήματα της εποχής. Η ιταλική λέξη θα μπορούσε να προέρχεται από το λατινικό bombus και από το ελληνικό βόμβος, λέξη της κλασικής αρχαιότητας που δηλώνει το βουητό, τη βροντή, και που είναι ηχομιμητικής αρχής, οπότε η μπόμπα είναι αντιδάνειο. Πρώτη εμφάνιση στον Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή τον 17ο αιώνα, στην περιγραφή του Κρητικού πολέμου: «ανάφτουσι μια μπόμπα και πετούν τη μέσα στο κάστρο».
Ο μεταγενέστερος τύπος βόμβα, που σήμερα επικρατεί, οφείλεται σε υπερδιόρθωση και σε προσπάθεια «προσέγγισης» του αρχαίου βόμβος. Η ειρωνεία είναι βέβαια ότι η αρχαία λέξη προφερόταν bombos, ίδια όπως η μπόμπα· η προσπάθεια προσέγγισης κατέληξε σε απομάκρυνση. Το ρήμα, βομβαρδίζω, είναι μεταφορά του γαλλ. bombarder, που ανάγεται στη bombarda, ένα πρωτόγονο μεγάλο κανόνι που έριχνε πέτρινα βλήματα.
Στα νεότερα χρόνια, βόμβα ονομάζεται βέβαια το βλήμα που ρίχνεται κυρίως με αεροπλάνα, με αποκορύφωμα την πυρηνική ή ατομική βόμβα που ελπίζουμε να μην πέσει ποτέ ξανά, αλλά και κάθε εκρηκτική συσκευή που εκρήγνυται με μηχανισμό, π.χ. ωρολογιακή βόμβα ή βόμβα Μολότοφ. Υπάρχουν και μεταφορικές χρήσεις: το νέο έπεσε σαν βόμβα λέμε για κάτι που προκαλεί κατάπληξη ή αναταραχή· έσκασε η βόμβα, λέμε όταν κάτι αποκαλύπτεται ξαφνικά και προκαλεί σάλο.
Και το ρήμα βομβαρδίζω έχει πάρει επεκτεταμένες και μεταφορικές σημασίες. Βομβαρδίζουν οι γιατροί τον κακοήθη όγκο, αλλά και η τηλεόραση καθημερινά μας βομβαρδίζει με διαφημίσεις, ή με την κυβερνητική προπαγάνδα.
Ο λαϊκός τύπος μπόμπα ακούγεται επίσης, κι αυτός με μεταφορικές σημασίες. Παραδόξως, μπόμπα λέμε κάτι που είναι ή ήρθε σε πολύ καλή κατάσταση (π.χ. το αυτοκίνητο έγινε μπόμπα στο συνεργείο – και «περάσαμε μπόμπα», δηλ. πολύ ωραία), αλλά και το νοθευμένο ποτό, το κακής ποιότητας – το τάδε μπαρ σερβίρει ουίσκι μπόμπα. Επίσης μπόμπα λέγεται το κοντόχοντρο βαρέλι ή δοχείο για μεταφορά υγρών ή αερίων. Παλιότερα, όταν κάναμε κοπάνα στο σχολείο λέγαμε «κάναμε μπόμπα»· λέγεται και «σμπόμπα» όμως. Αλλά μπόμπες υπάρχουν και στην πόκα, ως οικογένεια παιχνιδιών.
«Μέρα και νύχτα ρίχνανε μπόμπες τ’ αεροπλάνα, κι έχαν’ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα», έγραψε ο Μιχάλης Γενίτσαρης για τον βομβαρδισμό του Πειραιά το 1944. Αλλά ο προχτεσινός βομβαρδισμός στο Φορντό ήταν επίσης μια βόμβα στα θεμέλια του αμερικανικού πολιτεύματος, αφού έγινε αντισυνταγματικά, χωρίς έγκριση από το Κονγκρέσο, όπως και του διεθνούς δικαίου. Οδεύουμε σε μια διεθνή τάξη όπου ο μόνος κανόνας είναι πως δεν υπάρχουν κανόνες.
