ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Κωστόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα Ιουλιανά του 1965, η πιο παρατεταμένη και μαζική λαϊκή εξέγερση της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, παρέμειναν επί χρόνια μια απωθημένη ιστορία. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγηθεί. Εβδομήντα μέρες διαρκούς λαϊκής κινητοποίησης κατέληξαν τελικά σε μια διπλή και επώδυνη ήττα, που βιώθηκε μεσοπρόθεσμα ως τέτοια: πρώτα με την υπερψήφιση της τρίτης κατά σειρά ανακτορικής κυβέρνησης που σχηματίστηκε από αποστάτες της δεξιάς πτέρυγας της Ενωσης Κέντρου, με τη στήριξη της Δεξιάς και της Ακρας Δεξιάς (ΕΡΕ – Κόμμα Προοδευτικών) που στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές είχαν αποσπάσει μόλις 35,26%, έναντι 52,72% του Κέντρου και 11,8% της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ)· σε μια δεύτερη δε φάση, με την επιτυχία του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, που ολοκλήρωσε την εκτροπή αφοπλίζοντας, συνθλίβοντας όσες κοινωνικές αντιστάσεις είχαν παραμείνει ενεργές μετά το φθινόπωρο του 1965.

Η εικόνα των Ιουλιανών ταυτίστηκε έτσι σε μεγάλο βαθμό στον δημόσιο λόγο των πρώτων μεταδικτατορικών δεκαετιών με τη διάχυτη τότε προβοκατορολογία, σαν ένα μάλλον κακό προηγούμενο. Παρά τη σταδιακή αποκατάστασή της, η λαϊκή αντίσταση στο βασιλικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου παρέμεινε λίγο-πολύ στο περιθώριο των κυρίαρχων αφηγήσεων για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας.

Στην πραγματικότητα, όπως ήδη από το 1991 έχουν επισημάνει ο Γιάννης Μαυρής κι ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, ούτε η δημοκρατική τομή του 1974 ούτε ο διάχυτος ριζοσπαστισμός της Μεταπολίτευσης είναι δυνατό να εξηγηθούν δίχως να ληφθεί υπόψη η λαϊκή έκρηξη του καλοκαιριού του 1965, οι παρακαταθήκες και το αποτύπωμά της στην υπολογίσιμη εκείνη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας που υποβλήθηκε σε μια ιδιότυπη πολιτική χειμερία νάρκη μεταξύ 1967 και 1974 («Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα – Οι προϋποθέσεις της μεταπολίτευσης», Αθήνα 1991, εκδ. Εξάντας).

Στην ίδια ακριβώς εκτίμηση, από την αντίθετη κοινωνική και πολιτική σκοπιά, έχουν άλλωστε καταλήξει από καιρό και όσοι επαγγέλλονται το ξερίζωμα των υπολειμμάτων της Μεταπολίτευσης, μετά ιδίως την επιβολή των μνημονίων το 2010 και την καταλυτική εμπειρία του 2015. Πολύ πριν ανακαλύψει ξανά την Αριστερά, ο καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης δεν δίστασε, λ.χ., εν έτει 2011 να καταγγείλει απερίφραστα τους «χειρισμούς» του Γεωργίου Παπανδρέου σαν αποκλειστική αιτία που οδήγησε «στη θεσμική κρίση των Ιουλιανών του 1965 που δίχασε τη χώρα» – όπως ακριβώς (υποτίθεται πως) έκαναν επίσης ο γιος του το 1985 (με τη μη επανεκλογή του εθνάρχη Καραμανλή ως Προέδρου της Δημοκρατίας) κι ο εγγονός του το 2011, με την «εξευτελιστική για την Ελλάδα» πρότασή του να προκηρύξει δημοψήφισμα για τα μνημόνια (Νίκος Μαραντζίδης, «Ζητείται ηγεσία για την Ελλάδα», Καθημερινή 6.11.2011). Ιστορική ερμηνεία καθόλου τυχαία, βέβαια, καθώς ο κ. Μαραντζίδης ήταν τότε επιφανές μέλος της πολιτικής κίνησης των Φλωρίδη – Στουρνάρα – Μομφεράτου – Δοξιάδη για «μια νέα μεταπολίτευση», η οποία θα επέφερε άμεση «μείωση των θέσεων εργασίας στο Δημόσιο» (προκειμένου «να υπάρξουν πρωτογενή πλεονάσματα σε σύντομο χρόνο»), θα επέβαλε στο κράτος «να ανταποκριθεί στο στοιχειώδες καθήκον της σωστής επιτήρησης των συνόρων του» και θ’ αποκαθιστούσε πλήρως «την έννομη τάξη, δηλαδή την αναγκαία συνθήκη της κοινωνικής ειρήνης», αναχαιτίζοντας δραστικά «την ανεξέλεγκτη επέκταση της ανομίας» (με ειδική αναφορά στις καταλήψεις και «την αντι-κοινωνική βία των οργανωμένων συμφερόντων», διάβαζε συνδικάτων), προκειμένου «να αποκατασταθεί η αποδόμηση της χώρας που συντελέστηκε σε βάθος στα μεταπολιτευτικά χρόνια» (Κοινωνικός Σύνδεσμος, «Τι πιστεύουμε. Ιδρυτική διακήρυξη», 25.10.2011). Ο,τι ακριβώς, με άλλα λόγια, υλοποιεί σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τον Γιώργο Φλωρίδη σε πρώτο πλάνο.

Η εξέγερση στο μικροσκόπιο

Με αυτά δεδομένα, εξαιρετικά καλοδεχούμενη είναι η πρόσφατη έκδοση της πρώτης, απ’ όσο γνωρίζουμε, επιστημονικής μελέτης που επικεντρώνεται ειδικά στη λαϊκή κινητοποίηση των Ιουλιανών με βάση τα εργαλεία της πολιτικής επιστήμης. Ο λόγος για το βιβλίο «Παρεμποδίζοντας την αποστασία – Ιουλιανά 1965: κοινωνική διαμαρτυρία και Αριστερά» (Αθήνα 2025, εκδ. Τόπος) του Κωνσταντίνου Λαμπράκη, ξαναδουλεμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής που υποστήριξε προ τετραετίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργο που καινοτομεί σε τέσσερα τουλάχιστον σημεία σε σχέση με ό,τι έχει γραφτεί μέχρι σήμερα γι’ αυτό το θέμα.

Η λαϊκή αντίσταση στο βασιλικό πραξικόπημα δεν περιορίστηκε στην Αθήνα (αριστερά) και τη Θεσσαλονίκη (δεξιά),  αλλά επεκτάθηκε –για πρώτη φορά μετά το 1949– μέχρι τη βαθιά ύπαιθρο.

Η πρώτη καινοτομία αφορά τη γεωγραφική έκταση της επισκόπησης των κινητοποιήσεων που ακολούθησαν την αποπομπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού από τον βασιλιά. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην καταγραφή όσων συνέβησαν στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, αλλά μελετά επίσης τις διαδηλώσεις και τις απεργίες του καυτού εκείνου τριμήνου στην επαρχία, αποδελτιώνοντας ως πηγή πέντε αθηναϊκές, οκτώ τοπικές και μία συνδικαλιστική εφημερίδα των ημερών. Το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ξαφνιάζει μεν, αλλά δεν είναι καθόλου ανεξήγητο: σε σύνολο 724 καταγεγραμμένων πολιτικών συγκεντρώσεων κατά του βασιλικού πραξικοπήματος μεταξύ 15 Ιουλίου και 24 Σεπτεμβρίου 1965, οι 287 (40%) πραγματοποιήθηκαν σε οικισμούς ημιαστικούς ή αγροτικούς, γεγονός πρωτόγνωρο για τις συνθήκες αστυνόμευσης και κρατικής τρομοκρατίας της μετεμφυλιακής Ελλάδας (σ. 73). Το 36,3% (263 συγκεντρώσεις) πραγματοποιήθηκε πάλι στη Μακεδονία, τη μόνη περιοχή της χώρας όπου το ποσοστό τους ξεπέρασε κατά πολύ την αντίστοιχη αναλογία πληθυσμού (22%), με δεύτερη τη γειτονική Θεσσαλία (12% και 8% αντίστοιχα)· η Κρήτη, όπου η Ενωση Κέντρου και η ΕΔΑ είχαν αποσπάσει το 1964 ένα θηριώδες 86,75% των ψήφων, κινητοποιήθηκε απεναντίας σε έκταση που υπολειπόταν του πληθυσμιακού βάρους της: 4% έναντι 6% (σ. 74). Ο συγγραφέας αποδίδει αυτή την ανισοκατανομή πρωτίστως στην παρουσία σχετικά μαζικών οργανώσεων της ΕΔΑ στις εν λόγω περιοχές (σ. 88-96). Εξίσου εύλογη φαίνεται όμως η εκτίμηση πως οι αριστεροί και λοιποί δημοκράτες της Μακεδονίας, περιοχής που είχε βιώσει πολύ πιο έντονα τη μετεμφυλιακή καταστολή, αισθάνονταν πολύ πιο απειλητική την προοπτική μιας επιστροφής στον «φασισμό της καραμανλοκρατίας» (κατά τη συνήθη έκφραση των ημερών), μετά την έστω και δειλή φιλελευθεροποίηση που είχαν απολαύσει επί Παπανδρέου – και, συνεπώς, είχαν πολύ περισσότερους λόγους να κατέβουν στον δρόμο.

Στιγμιότυπο από τη διαδήλωση της 5.9.1965 στα Κουφάλια

Η δεύτερη καινοτομία του βιβλίου έγκειται στη διερεύνηση της προϊστορίας των δύο βασικών κοινωνικών κινημάτων που συνέβαλαν στη λαϊκή κινητοποίηση των Ιουλιανών (εργατικού και φοιτητικού), των υλικών και θεσμικών κατακτήσεών τους κατά τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης της Ε.Κ. (εκδημοκρατισμός, μισθολογικές αυξήσεις, δωρεάν Παιδεία, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση), των προσπαθειών τους να τις διευρύνουν στη συνέχεια και της βεβαιότητάς τους πως η ανατροπή του Παπανδρέου σηματοδοτούσε την απαρχή της αναίρεσής τους. Στην περίπτωση του εργατικού κινήματος, η αναίρεση αυτή πιστοποιήθηκε ήδη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με τη δικαστική αντικατάσταση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ στις 19 Αυγούστου, επειδή δήθεν «παρέκκλινε των σκοπών της» οργανώνοντας στις 27 Ιουλίου την πρώτη πολιτική απεργία στα μεταπολεμικά χρονικά (σ. 119). Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση –στο ίδιο κεφάλαιο– της εμπλοκής της τοπικής αυτοδιοίκησης, φορείς της οποίας ανέλαβαν (ή κάλυψαν) τη διοργάνωση πολλών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, ιδίως στην επαρχία και στις συνοικίες. Και σε τούτη την περίπτωση, κομβικό ρόλο έπαιξαν τόσο η κατάκτηση πολλών δήμων από την ΕΔΑ ή την Κεντροαριστερά στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές του 1964, όσο και η επίγνωση των εκλεγμένων αυτών αρχόντων πως η ανατροπή του Παπανδρέου ισοδυναμούσε με επιστροφή στο καραμανλικό καθεστώς των μαζικών διώξεων και απολύσεων κάθε δημάρχου, κοινοτάρχη ή συμβούλου που θα κρινόταν «μη νομιμόφρων» από τις υπηρεσίες ασφαλείας, την κυβέρνηση και τους νομάρχες της.

Διαδήλωση και καταστολή

Η τρίτη καινοτομία του βιβλίου αφορά την επισκόπηση των μορφών διαμαρτυρίας που έδωσαν κυρίως τον τόνο στα Ιουλιανά: των διαδηλώσεων σε ανοιχτό χώρο, κληρονομιά των οποίων είναι ακόμα και η καθιερωμένη μέχρι σήμερα διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας (Προπύλαια – Ομόνοια – Σταδίου – Σύνταγμα) (σ. 160-1). Το πιο ενδιαφέρον σημείο εδώ αφορά την περιοδολόγηση της αντιμετώπισής τους στην πρωτεύουσα από τους μηχανισμούς καταστολής, με τη διάγνωση τεσσάρων διαφορετικών φάσεων.

«Εδωσα αυστηράς εντολάς να μην υπάρξουν διαδηλωταί και θορυβοποιοί εις αρκετήν απόστασιν εκ των Παλαιών Ανακτόρων. Είναι αδιανόητον και να εκδηλούται απλώς η πρόθεσις καταπτοήσεως ή επηρεασμού του φρονήματος των αντιπροσώπων του Εθνους» | Στυλιανός Αλλαμανής (υπουργός Δημοσίας Τάξεως), 23.8.1965

Αρχικά (15-21/7), η αστυνομία προσπάθησε να διαλύσει με τη βία κάθε διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας, με αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματίες κι έναν νεκρό – τον Σωτήρη Πέτρουλα. Ακολούθησε μια φάση σχετικής ανοχής (22/7-9/10), με την ελπίδα πως η μαζικότητα και η δυναμική τους θα εκτονώνονταν αργά ή γρήγορα· μετά τη διάψευση των σχετικών προσδοκιών και εν όψει του σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης αποστατών, οι Αρχές επέστρεψαν στο δόγμα της «μηδενικής ανοχής» – στην καλύτερη περίπτωση εμποδίζοντας την πρόσβαση των διαδηλωτών στην πλατεία Συντάγματος· στη χειρότερη, χτυπώντας ακόμα και όσους βάδιζαν απλώς στα πεζοδρόμια, δίχως να παρεμποδίζουν καν την κυκλοφορία. Η τρίτη αυτή φάση κορυφώθηκε στις 20 Αυγούστου, όταν η προσπάθεια της αστυνομίας να διαλύσει με τη βία τους χιλιάδες διαδηλωτές στη Σταδίου αντιμετωπίστηκε με οδοφράγματα και πολύωρες οδομαχίες από τη δυναμικότερη μερίδα αυτών των τελευταίων. Η τέταρτη φάση, από τις 21/8 και μετά, είναι αυτή του δραστικού περιορισμού των διαδηλώσεων σε μια ολιγόλεπτη διαδρομή από την Ιπποκράτους μέχρι την Ομόνοια, με την περιφρούρηση της ΕΔΑ να ξυλοφορτώνει μάλιστα όσους αρνούνταν να πειθαρχήσουν σ’ αυτόν. Την περιοδολόγηση αυτή συμπληρώνει η προσπάθεια να φιλοτεχνηθεί το προφίλ των συμμετεχόντων, μέσα από τη στατιστική επεξεργασία των διαθέσιμων στοιχείων για τους τραυματίες και τους συλληφθέντες διαδηλωτές της περιόδου.

Η τέταρτη –και, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερη– καινοτομία του βιβλίου έχει να κάνει με μια λεπτομερή περιγραφή και ψύχραιμη αποτίμηση της στάσης της Αριστεράς απέναντι στα γεγονότα· όχι μόνο της ΕΔΑ, στους κόλπους της οποίας ανήκε η συντριπτική πλειοψηφία των τότε αριστερών, αλλά και των οργανώσεων της τότε αριστερής αντιπολίτευσης προς αυτή (ζαχαριαδικοί/μαοϊκοί της «Αναγέννησης», Φίλοι των Νέων Χωρών, κύκλος του Σωτήρη Πέτρουλα, τροτσκιστές)· οργανώσεων αρκετά περιορισμένης ακόμη εμβέλειας, η εμφάνιση και η δράση των οποίων προανήγγελλαν ωστόσο την πολυφωνική Αριστερά των επόμενων χρόνων (και δη της Μεταπολίτευσης). Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην ενδελεχή μελέτη και την παρουσίαση των πολιτικοϊδεολογικών ντοκουμέντων και της αρθρογραφίας κάθε οργάνωσης· συνδυάζει αυτά τα δεδομένα με την πραγματική στάση καθεμιάς τους στη διάρκεια των Ιουλιανών, ανιχνεύοντας τη συμβολή τους στο κίνημα και στην τροφοδότησή τους απ’ αυτό, αλλά κι επισημαίνοντας πως «η εργαλειακή προσέγγιση του κινήματος χαρακτήριζε όχι μόνο την ΕΔΑ και το ΚΚΕ, αλλά το σύνολο της ελληνικής Αριστεράς της περιόδου», με την ενίσχυση κάθε επιμέρους φορέα σε σχέση με τους υπόλοιπους να έχει προτεραιότητα απέναντι στην ανάπτυξη του κινήματος (σ. 241-2).

Επισημαίνοντας τη συμβολή των πυροσβεστικών χειρισμών της Ενωσης Κέντρου και της ΕΔΑ στην ανακοπή της ριζοσπαστικοποίησης και τελικά στην εξάντληση της δυναμικής των κινητοποιήσεων, ο συγγραφέας αποφεύγει έτσι τον κίνδυνο μιας μονοσήμαντης ανάγνωσης, που θα αντιπαρέβαλλε τις «ηττοπαθείς» ή «συμβιβασμένες» ηγεσίες σ’ έναν εγγενώς επαναστάτη λαό, προκρίνοντας μια σφαιρική ανάλυση που παίρνει υπόψη όχι μόνο τις επιμέρους αποχρώσεις αλλά και τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων:

«Οι πολιτικές επιλογές της ΕΔΑ και της Ε.Κ. στα Ιουλιανά ήταν, πράγματι, καθοριστικές όσον αφορά το να μην αξιοποιηθεί πολιτικά πλήρως η δυναμική της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Παρ’ όλα αυτά, δίχως τα δίκτυα και την ερμηνευτική πλαισίωση του αιτήματος για εκδημοκρατισμό, όπως τον είχε συγκροτήσει η ΕΔΑ το προηγούμενο διάστημα, τη συστράτευση του Κέντρου σε αυτό το αίτημα με τον “Ανένδοτο” και το άνοιγμα της δομής των πολιτικών ευκαιριών με την ανάληψη της κυβέρνησης από την Ε.Κ., οι κινητοποιήσεις και η διαμαρτυρία πιθανώς θα είχαν περισσότερο δυναμισμό, αλλά όχι τέτοια μαζική έκταση» (σ. 245).