Είχε γίνει φανερό ήδη στην προηγούμενη αντίστοιχη κατάδυσή του επί Επιδαύρου, πριν 10 χρόνια, όταν κάτω από τη «μεταξωτή» σημαία του ιαπωνικού θεάτρου Νο –το ίχνος της υπερίπταται και της σημερινής παράστασης– ο Μαρμαρινός προσέγγισε τη «Νέκυια» του Οδυσσέα, το ταξίδι του περιλάλητου ήρωα στον κόσμο των νεκρών.
Δέκα χρόνια μετά, ο Μαρμαρινός δένει τρεις ραψωδίες του ίδιου έπους –συμπληρωμένες με στίχους της «Ιλιάδας» και της «Αινειάδας»–, γύρω από τον τελευταίο σταθμό του ήρωα στο νησί των Φαιάκων, εκεί όπου καταλήγει έπειτα από 17 μέρες περιπλάνησης στη θάλασσα, γυμνός πια και αγνώριστος, τσακισμένος από τα πάθη, απελπισμένος από τη μοίρα, μα και μόνος από συντρόφους. Ενας ναυαγός που αυτή τη φορά πράγματι ειρωνικά ακουμπά στο προσωνύμιο που ο ίδιος είχε δώσει κάποτε στον εαυτό του: Ο Κανένας.
Πρώτα θα τον ανακαλύψει τυχαία η Ναυσικά, η όμορφη πριγκίπισσα, στη μέση του παιχνιδιού της με τις φίλες της. Θα αποδιώξει τον φόβο της για την εμφάνιση του «άνδρα», θα τον ντύσει και θα τον περιθάλψει. Θα τον συστήσει έπειτα στον πατέρα της, στον βασιλιά Αλκίνοο, που, ακόμα πιο φιλόξενος από την κόρη, θα υποδεχθεί τον αταύτιστο «ικέτη» στο παλάτι, θα του φερθεί ευγενικά, θα τον περάσει για «θεό» (ο ίδιος όμως θα δηλώσει απλά «άνθρωπος»), θα τον αφήσει να συμμετάσχει σε αγωνίσματα του τόπου του, μέχρις ότου σε κάποιο από τα συμπόσια στα οποία ένας αοιδός εξιστορεί τα παθήματα των Δαναών στην Τροία, ο βασιλιάς θα ρωτήσει –επιτέλους– την ταυτότητά του. Τότε ο Οδυσσέας αποκαλύπτει όχι το όνομα, αλλά τις πράξεις του. Και είναι τέτοιες αυτές ώστε όλοι να τον αναγνωρίσουν. Ο «Οδυσσέας» είναι λοιπόν ο «ξένος»!
Αυτός που κατέληξε στις ακτές των Φαιάκων είναι ο ήρωας του μύθου που πλούτισε τα τραγούδια μας. Είναι το ανθρώπινο πρόσωπο και το σκεβρωμένο σώμα της περιπλάνησής μας. Κάπου εδώ νομίζουμε πως καταλήγει το έπος, στην επίδειξη του μεγαλείου αμφότερων (του ηρωικού Οδυσσέα και των φιλόξενων Φαιάκων), όπως και των καλών και ευσεβών πρακτικών που επιτάσσει ο ελληνικός πολιτισμός. Κι όμως το πλέον θαυμαστό βρίσκεται κρυμμένο σε έναν απλό στίχο του: «[…] που βούρκωσαν τα μάτια του κι έτρεχε ασταμάτητο το δάκρυ». Από τον Ομηρο μέχρι τον Λαβινάς εδώ εντοπίζεται ο άνθρωπος πίσω από το περίβλημα της όποιας ταυτότητας του δίνουμε. Είναι εκείνος που κουβαλά το μυστικό μιας γνώσης που έχει αποκτήσει όχι με τον θρίαμβο, αλλά με την πτώση.
Οι πολιτισμένοι, ευγενικοί και χορτάτοι Φαίακες δίνουν στον ήρωα φαγητό, φροντίδα, καράβι. Και τι λαμβάνουν από αυτόν σαν αντίχαρη; Το πρωτάκουστο, αρχικά, να ακούσουν τον μύθο να επιστρέφει στο πρόσωπο εκείνου που τον γέννησε! Και έπειτα να δουν μπροστά τους όχι τον ολετήρα της Τροίας, αλλά έναν «ξένο» που κατέληξε ικέτης τους.
Μα δεν τελειώνει ούτε εδώ η «ηθική» του έπους που ο Μαρμαρινός, ακουμπώντας στη στιβαρή μετάφραση του Μαρωνίτη, ζήτησε να ανεβάσει στην Επίδαυρο. «Ανεβάζει», γράφω, από κεκτημένη ταχύτητα. Είχα στη διάρκεια της παράστασης την εντύπωση που σχηματίστηκε στο μυαλό μου και πριν δέκα χρόνια, στη «Νέκυια». Συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι ο σκηνοθέτης βρίσκει τρόπους να παρουσιάσει το έπος. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο: είναι το έπος και η εμβύθιση σε αυτό σε επίπεδο –εκφραστικό, αφηγηματικό, πνευματικό, φιλοσοφικό και πολιτικό– που μας οδηγεί να ανακαλύψουμε ένα θέατρο ικανό να συνομιλήσει μαζί του όχι για να αναπαραστήσει, αλλά για να εμπεδώσει την ουσία του.
Με δυο λόγια, ο Μαρμαρινός επιστρέφει με το έπος στις ρίζες της προφορικής αφήγησης και της επιτελεστικής εξιστόρησης, προκειμένου να ανακαλύψει ο ίδιος τις δυνατότητες ενός νέου μέσου. Είναι κατά κάποιον τρόπο μια επιστροφή στη γονιδιακή βάση από την οποία εκπορεύονται τα υπόλοιπα. Γιατί στις ραψωδίες βρίσκονται τα πάντα: ένα σχεδίασμα για ρομάντζο (στη συνάντηση Ναυσικάς και Οδυσσέα), διάλογοι έμφορτοι «ξενίας» και «αιδούς», τραγούδια, μουσικές, γεύματα και ξανά γεύματα (τυπικός Μαρμαρινός…), χοροί, σκαμπρόζικες ιστορίες με θεούς που τους κάναν τσακωτούς στα σεντόνια της απιστίας, αθλοπαιδιές και αψιμαχίες, άφθονη μυθολογική διαπίστευση, ιστορίες και άλλες ιστορίες, πολλαπλά επίπεδα αφήγησης σε πρώτο, δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο… Μέχρις ότου όλα καταλήγουν στο εξής ένα: στον Οδυσσέα, που παρασυρμένος από το τραγούδι, γίνεται από αντικείμενο υποκείμενο της αφήγησης. Που αφηγείται στους συνδαιτυμόνες και σε εμάς τον εαυτό του: αφού πρώτα απέκτησε σώμα, έλαβε μνήμη και βρήκε φωνή, ήλθε η στιγμή πια να εξέλθει της ξενότητάς του.
Εγκλημα στην Τροία
Ισως τότε για πρώτη φορά συνειδητοποιεί και ο ίδιος πως τα χέρια του ήταν από την αρχή βαμμένα με αίμα, κουβαλώντας μέσα του λέξεις για το έγκλημα στην Τροία που όχι μόνο δεν θυμόταν αλλά δεν έβρισκε ίσως τη δύναμη να εκστομίσει. Ο μάρτυρας αυτός και αγγελιαφόρος του θριάμβου είναι την ίδια στιγμή εκείνος που φέρνει στην πόλη την είδηση της πτώσης μιας άλλης, πιο ισχυρής και ευημερούσας από αυτή που τώρα τον φιλοξενεί. Ειρωνικό; Ο Οδυσσέας δεν μοιάζει πια παρά με έναν ζωντανό «δούρειο ίππο», που αφού εισχωρήσει στην πόλη, αφήνει να βγουν από μέσα του λέξεις που κόβουν. Μα το ίδιο δηλητήριο που σκότωσε στην Τροία, στους Φαίακες δρα θεραπευτικά. Γιατί –και ο Μαρμαρινός το κάνει αυτό σαφές–, οι ευγενικοί οικοδεσπότες δεν μοιάζουν να διαθέτουν πέρα από την άψογη συμπεριφορά τους, βαθιά γνώση της σημασίας του ξένου. Είναι μάλλον περίεργοι για την ιδιαιτερότητά του και τον αντιμετωπίζουν σαν «τουρίστα» που τον ξεναγούν στις ομορφιές της πατρίδας τους (για τις οποίες φυσικά είναι οι ίδιοι πολύ περήφανοι). Μα η αλήθεια του ξένου είναι η πληγή του. Κι από το τραύμα του μαθαίνουμε πως είμαστε όλοι πιθανόν «ξένοι», όπως άλλωστε διδάσκει έκτοτε το θέατρο ως η τέχνη της ανθρώπινης Οδύσσειας. Με αυτό το σχόλιο ολοκληρώνεται η ηθική της παράστασης από τον Μαρμαρινό.
Μπορούμε να παρακολουθήσουμε ένα θέατρο που αλλάζει συνεχώς κέντρο και τρόπους, μέσα και στόχους, ακολουθώντας την τεθλασμένη πορεία του έπους. Τα σκηνικά του Γιώργου Σαπουντζή δείχνουν την ενσωμάτωση στο φυσικό τοπίο των τριών διαστάσεων της αρχιτεκτονημένης πόλης και σκέψης – και όταν φως βγαίνει από τους άξονες του, παραπέμπει στη μεταφυσική διάσταση του ομηρικού κόσμου.
Η Ελευθερία Αράπογλου έφτιαξε κοστούμια που φανερώνουν περισσότερο το εσωτερικό των προσώπων: λευκά και αέρινα για τις χαριτωμένες συνοδούς της Ναυσικάς, μαύρα και τυπικά («προτεσταντικά») για τα μέλη του Συμποσίου των Φαιάκων. Ο Οδυσσέας ρίχνει στους ώμους του ένα άσπρο ρούχο της κοπέλας που του θύμισε την ευχή της αθωότητας. Ακολουθούν η τολμηρή μουσική σύνθεση του Αντη Σκορδή, τα ρετσιτατίβα (σε μουσική διδασκαλία Παναγιώτη Μπάρλα), που παρεμβαίνουν στη δομή της αφήγησης και η στιβαρή χορογραφία της Gloria Dorliguzzo, εμπνευσμένη προφανώς από είδωλα και αρχαίες απεικονίσεις. Αριστος ο φωτισμός της Ελευθερίας Ντεκώ. Θα σταθώ όμως ιδιαίτερα στις μάσκες της Μάρθας Φωκά: σε αυτή που φορά αρχικά ο Οδυσσέας και την οποία αρνείται στο τέλος. Και σε εκείνη, περισσότερο, του τυφλού αοιδού (αναφορά στον Ομηρο μα και στην ερμηνεύτρια), που αφορά το πεπρωμένο: ο αοιδός των περασμένων είναι ο προφήτης των μελλούμενων.
Ζωντανός νόστος
Οπως πάντα στις σκηνοθεσίες του Μαρμαρινού, το σύνολο λειτουργεί σαν μήτρα ατομικότητας. Εδώ βέβαια ο Χάρης Φραγκούλης ξεκινά ως ο ξεχωριστός «ένας», ο Οδυσσέας που αγωνίζεται να ενταχθεί στο σύνολο. Εις μάτην: παραμένει μέχρι τέλους αποσυνάγωγος, ο ζωντανός νόστος. Θαυμάσια η πρώτη εμφάνιση της Κλέλιας Ανδριολάτου ως Ναυσικάς – της πηγαίνει γάντι ο ρόλος. Στον ρόλο-εικόνα της Αρήτης η Ελενα Τοπαλίδου φανερώνει τις αρχέγονες ρίζες του έπους, δίπλα στον στιβαρό Αλκίνοο του Χρήστου Παπαδημητρίου. Ιδιαίτερη μνεία στη Λένια Ζαφειροπούλου, που με τη θαυμαστή τεχνική και την επιβλητική της εμφάνιση στον ρόλο της αοιδού (και όχι μόνο) καθήλωσε το κοινό. Μεταφέρω στο τέλος τη διανομή του υπόλοιπου, άριστα οργανωμένου και διδαγμένου συνόλου: Γαλάτεια Αγγέλη, Γιάννης Βάρσος, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Νίκος Καπέλιος, Κωστής Καπελλίδης, Νίκος Κουκάς, Τίτος Μακρυγιάννης, Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη, Χριστίνα Μπακαστάθη, Κλειώ-Δανάη Οθωναίου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Στέλλα Παπανικολάου, Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Τομάζος και Γιάννης Χαρίσης.
Τέλος απρόσμενο μα ταιριαστό: ο θίασος χύνεται ξανά στο ποτάμι του έπους και μας αφήνει να φύγουμε από το θέατρο σιωπηρά, χωρίς χειροκρότημα. Τέλος και συνέχεια μαζί: οιωνός καλός για την ευωχία του φεστιβάλ που περιμένουμε υπό την καθοδήγηση του νέου διευθυντή του.
