Στο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη Η άλωση των Αθηνών από τις αδελφές Γαργάρα, η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια φανταστική κωμόπολη της Ανατολικής Μακεδονίας, τη Ροδόσταμη, στα τέλη του 1950 και στις αρχές του 1960. Ο Ξανθούλης εμμένει σ’ αυτήν την περίοδο, την οποία και αντιμετωπίζει πολύτροπα: όχι μόνο ως ιστορική και κοινωνική αλλαγή αλλά και ως προσωπική υπαρξιακή κρίση. Στο βιβλίο του, η έλευση της «θαυματουργής» δεκαετίας σηματοδοτεί τη μετάβαση από τον ασφυκτικό κόσμο των μετεμφυλιακών δεσμών σε έναν πιο ανοιχτό και ελπιδοφόρο ορίζοντα.
Σ’ αυτό το πλαίσιο κινείται η οικογένεια Γαργάρα∙ μια οικογένεια βυθισμένη στη φτώχεια –όχι τόσο την υλική όσο κυρίως τη συναισθηματική, την ηθική και τη μορφωτική. Οι δύο κεντρικές ηρωίδες, οι αδελφές Φιλοθέη και Μαγιοπούλα, καθώς καλούνται να αναμετρηθούν με την ενδοοικογενειακή σκληρότητα και την κοινωνική απαξίωση, αναζητούν διαφυγή σε έναν κόσμο που μοιάζει να τις έχει ξεγράψει προτού ακόμη αρχίσουν να ζουν. Η Φιλοθέη, έχοντας επινοήσει μια δική της Αθήνα, μια πόλη που στο μυαλό της έχει πάρει σωτήριες και σχεδόν μυθικές διαστάσεις, επιθυμεί διακαώς να μετοικήσει σ’ αυτήν. Η «άλωση» της Αθήνας συντελείται στη φαντασία, είναι το φαντασιωτικό αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να κατακτήσει μέσω αυτής της πόλης μια ζωή διαφορετική, μια ζωή που υπόσχεται ελευθερία, γνώση, συναίσθημα. Είναι ο τόπος εκπλήρωσης των ονείρων, το σύμβολο της επιτυχίας, το τέλειο υποκατάστατο της αποδοχής και της προσωπικής δικαίωσης∙ ο μόνος τρόπος να βγει από το επαρχιακό τέλμα.
Ο τίτλος του έργου, ευρηματικός και ειρωνικός, εμπεριέχει την ιδέα της «άλωσης» ως μια απέλπιδα ψυχική και υπαρξιακή διεκδίκηση. Η αφήγηση, πιστή στη διαχρονική θεματική του Ξανθούλη, μέσα από τις ιστορίες των προσώπων που προσπαθούν να ξεφύγουν –όχι μόνο από τον γεωγραφικό χώρο της Ροδόσταμης, αλλά και από τον προκαθορισμένο ρόλο τους στην οικογένεια, στην κοινωνία, στη μοίρα– ξετυλίγει ένα γκροτέσκο πανόραμα ατομικών δυσλειτουργιών, κοινωνικών παθογενειών και ιστορικών συνειρμών. Η φτώχεια, η καταπίεση, η απουσία μορφωτικών ευκαιριών, η οικογενειακή δυσλειτουργία, η μετανάστευση στοιχειοθετούν μια αλληγορική, ευτράπελη όσο και αυθεντική τοιχογραφία της Ελλάδας∙ μιας χώρας που φλερτάρει με την αλλαγή αλλά είναι ακόμη βυθισμένη στο βάρος του παρελθόντος.
Από τον Ηρακλή Γαργάρα, πατέρα-παλαιστή, μέχρι τη γάτα Ελεεινή, όλοι φέρουν μια εσωτερική ρωγμή και μια υπαρξιακή αστάθεια που τους καθιστά ευάλωτους αλλά και ανθρώπινους. Ο μικρός που τον φώναζαν κοροϊδευτικά «Σους» γιατί δεν του επέτρεπαν να μιλήσει, ένα από τα πιο ευαίσθητα πρόσωπα, αθώος και περιθωριοποιημένος, βρίσκει καταφύγιο στη ζωγραφική και στην επικοινωνία με τους νεκρούς – δύο μορφές έκφρασης που του επιτρέπουν να επιβιώσει. Ο κόσμος της φαντασίας γίνεται η ασπίδα του, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη Φιλοθέη.


Ο συγγραφέας, παίζοντας με την ονειροφαντασία, τη σάτιρα και την κοινωνική αλληγορία, αναμετράται και εδώ με το πέρασμα από το φάσμα της ωρίμανσης στην εσωτερική πάλη με τον χρόνο και την ανάγκη να παραμείνει, έστω και στιγμιαία, παιδί. Οι καταστάσεις είναι παράλογα πιστευτές, ενώ η μεταφυσική –με τη μορφή φαντασιώσεων και οραμάτων– εισχωρεί ανεπαίσθητα και απροσδόκητα. Ο δήμαρχος Τούβλος, η Πασιφάη η μοδίστρα, οι πεθαμένες ξαδέλφες που νεκρανασταίνονται, η θεά Αθηνά που ανοίγει πιτσαρία στους Αμπελόκηπους, αν και καθόλα εξωπραγματικοί, ενσωματώνονται πλήρως στο σύμπαν του συγγραφέα. Αντίθετα, οι «σωτήρες» της ιστορίας εμφανίζονται σαν φιγούρες από το θέατρο σκιών, σαν φαντάσματα που επιστρέφουν για να υπενθυμίσουν μια καχεκτική και παράτυπη πολιτική και ηθική συγκρότηση. Το ύφος είναι δηκτικό αλλά ποτέ κυνικό· αυτοσαρκαστικό αλλά και συμπονετικό· στοχαστικό χωρίς να ξεπέφτει στον διδακτισμό. Είναι, κυρίως, ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στον παραλογισμό της πραγματικότητας.
Η άλωση των Αθηνών από τις αδελφές Γαργάρα είναι ένα μυθιστόρημα που γελάς μαζί του και ύστερα συλλογίζεσαι· που αναγνωρίζεις τους ήρωες και, παρά την εξωφρενικότητά τους, τους νιώθεις οικείους και κοντινούς∙ καθρέφτες όχι μόνο της Ιστορίας αλλά και του Εαυτού. Είναι ταυτόχρονα κωμωδία, ψυχογράφημα, ιστορική ανασκαφή και προσωπική εξομολόγηση. Δεν περιορίζεται στον μικρόκοσμο της Ροδόσταμης. Διατρέχει και ταυτόχρονα απομυθοποιεί ολόκληρη τη μεταπολεμική ελληνική ιστορία και κοινωνία. Με εμφανείς αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα –από τον Καραμανλή ώς τη Φρειδερίκη και από το δράμα του Εμφυλίου ώς την αυταπάτη της ανανέωσης του 1960– χτίζει ένα λογοτεχνικό πανόραμα όπου τίποτα δεν είναι αθώο. Είναι ένα βιβλίο-καλειδοσκόπιο, που αντανακλά την ψυχή της Ελλάδας σε στιγμές σύγχυσης, νοσταλγίας και ελπίδας∙ ένα έργο σπαρταριστό και ευφάνταστο που ξέρει πώς να μετατρέψει την απελπισία σε δημιουργία, την ήττα σε παραμύθι, την ασχήμια σε χιούμορ.
