Δέκα ερωτήσεις, περισσότερο αφορμές και σπινθήρες για μια συνομιλία, ανάμεσα σ’ έναν επίμονο αναγνώστη κι ένα πρόσωπο της γραφής. Σήμερα η Μαριλένα Παπαϊωάννου απέναντι σε ένα ερωτηματολόγιο που επιχειρεί να ψηλαφίσει, εντός κι εκτός αφηγηματικής επιφάνειας, διαθέσεις, εμμονές, αναγωγές.
- Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Δεν γράφω ακριβώς το ίδιο βιβλίο, αλλά μάλλον την ίδια ιστορία. Εστιάζω πάντα σε ανθρώπους που προσπαθούν να βγουν με κάποιον τρόπο στο φως – απλώς χρησιμοποιώ κάθε φορά διαφορετικούς μεγεθυντικούς φακούς για να τους παρατηρήσω, ανάλογα με τις συνθήκες που βιώνω στον μικρόκοσμό μου. Αυτοί ακριβώς οι διαφορετικοί φακοί δημιουργούν ασυνέχειες και τομές από το ένα βιβλίο στο επόμενο.
- Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Οι υπόλοιπες τέχνες – ιδίως το θέατρο και ο χορός. Πρωτίστως, όμως, η ίδια η ζωή – η καθημερινότητα των ανθρώπων γύρω μου, τα κοινωνικά βιώματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η φύση και τα πλάσματα που κατοικούν σ’ αυτή.
- Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Εχω τουλάχιστον πέντε χειρόγραφα που δεν έφτασαν και δεν θα φτάσουν ποτέ στα χέρια κανενός εκδότη, αφού αναγνωρίζω τις αδυναμίες τους∙ δεν μπορούν να σταθούν ως βιβλία. Από την άλλη, δεν αισθάνομαι για κάποιο από τα βιβλία που έχω ήδη εκδώσει ότι βιάστηκα να το παραδώσω – αυτό δεν σημαίνει ότι τα βρίσκω όλα απολύτως άρτια, κάθε άλλο! Απλώς, τη στιγμή που αποφάσισα να τα παραδώσω ένιωθα ότι ο κύκλος τους είχε κλείσει μέσα μου.
- Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός κι εκτός κειμένου….
Σε καμία περίπτωση δεν είναι μόνο τρία τα βιβλία που με σφράγισαν, αλλά αφού πρέπει να διαλέξω, ιδού: «Η κάθοδος των εννιά» του Θανάση Βαλτινού, «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής» του Philip Roth και το «Surely you’re Joking Mr. Feynman!» του Richard Feynman.
- Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Κάποιες καλοπροαίρετες αρνητικές κριτικές, ναι, υπήρξαν βοηθητικές για τα επόμενα βιβλία μου. Οι θετικές, βεβαίως, με έκαναν να χαμογελάσω με την καρδιά μου, κυρίως όταν συνοδεύονταν από λόγια ειλικρινή και σκέψεις που συνέβαλαν σε εποικοδομητικές συζητήσεις και αναζητήσεις.
- Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας συγγραφέας που σας έλκει η γραφή του;
Πάρα πολλοί, για να μπορώ να διαλέξω με ευκολία. Ενδεικτικά μόνο, αναφέρω από τους παλαιότερους τους εξής: Καρυστιάνη, Δούκα, Κουγιουμτζή, Κοροβίνης, Παπαγεωργίου, Βαλτινός, Χατζής, Μάτεσις. Από τους νεότερους: Μάντης, Φακίνου, Γιαγιάννου, Ξυλούρη, Αστερής, Παλαβός, Πάσχος.
- Σήμερα, υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής;
Εχω την εντύπωση ότι, δυστυχώς, το πνευματικό κλίμα της εποχής δεν διαμορφώνεται από πραγματικές λογοτεχνικές συντροφιές –τι ωραίος όρος, αλήθεια–, αλλά μάλλον από κλειστές «κάστες» παντός είδους που ούτε αγάπη αληθινή έχουν για το βιβλίο ούτε πραγματικό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και τις πνευματικές ανησυχίες του. Οι πραγματικές συντροφιές θα έπρεπε ν’ αποτελούν «θώκους» που φροντίζουν να φέρνουν σε επαφή την παλαιότερη με τη νεότερη γενιά λογοτεχνών, έτσι ώστε να μπορεί να υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία και πνευματική ζύμωση. Στην πραγματικότητα, είναι λιγοστοί οι παλαιότεροι συγγραφείς που στέκονται με αγάπη και ενδιαφέρον απέναντι στους νεότερους, κάνοντάς τους μέρος μιας πραγματικής συντροφιάς.
- Για ποιο λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Ομολογώ πως δεν έχω καθαρή εικόνα για το θέμα, άρα ούτε και εδραιωμένη άποψη. Εχω μόνο μια αίσθηση – ότι ανέκαθεν στη χώρα υπήρχε έλλειψη πολιτικής για το βιβλίο και, γενικότερα, ανεπαρκής ανάδειξη του σύγχρονου παραγόμενου πολιτισμού.
- Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου αγγίζει το συγγραφικό μου εργαστήρι – άρα και οι πολιτικές συγκυρίες. Είμαι μέλος μιας κοινωνίας∙ παρατηρώ, ακούω, προσπαθώ να συμβάλω κάπως, αφουγκράζομαι, συμμετέχω ανάλογα με τις δυνάμεις μου. Ολα αυτά δημιουργούν μια πρώτη ύλη που πολύ αργότερα υφίσταται επεξεργασία στο κεφάλι μου και κάποια στιγμή –όχι πάντα– αποτυπώνεται στα κείμενά μου.
- Σας απασχολεί αν, μετά θάνατον, θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας;
Η αλήθεια είναι πως αυτό που με απασχολεί κυρίως είναι, αν και εφόσον με θυμούνται μετά θάνατον, να με θυμούνται ως έναν καλό και δοτικό άνθρωπο, μια κοινωνικά χρήσιμη ύπαρξη.
Η Μ. Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982, είναι μοριακή βιολόγος και επιμελείται βιβλία βιοεπιστημών. Εχει δημοσιεύσει τρία πεζογραφήματα: «Νικήτας Δέλτα» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2013), «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016) και «Ενα πιάτο λιγότερο» (Καστανιώτης, 2020). Το τελευταίο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Δέκα εκατοστά», μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
