Να ’μαστε άλλη μια φορά στην αρχή του ταξιδιού. Μόλις πατήσουμε στο κατάστρωμα του καραβιού αφήνουμε πίσω μας τις έγνοιες της καθημερινότητας. Εμείς οι νησιώτες, αν δεν μπούμε σε καράβι και να ξεμακρύνουμε απ’ τη μικρή στεριά του νησιού μας, δεν νιώθουμε ότι διακόπτουμε την καθημερινότητα και τις όποιες ασχολίες και δραστηριότητές μας. Ταξιδεύουμε, βέβαια, όλο τον χρόνο σαν μεγάλο γήινο σκαρί που είναι το νησί μας· με τους ανθρώπους, τις χαρές και τις λύπες, την ιστορία του.
Ο καπνός των μηχανών διασκορπίζεται, δεν προλαβαίνει να ανεβεί ούτε ένα μέτρο πάνω απ’ τα φουγάρα του καραβιού. Μια υπόνοια οσμής μάς πηγαίνει χρόνια πίσω. Οταν πριν από αρκετές δεκαετίες, ως φοιτητές, ταξιδεύαμε με τα πλοία της ναυτιλιακής εταιρείας Λέσβου. Πάντοτε τρίτη θέση, με υπνόσακο ή καταλαμβάνοντας τους μεγάλους καναπέδες του θρυλικού καραβιού «Σαπφώ». Μιας εταιρείας λαϊκής βάσης, την οποία καταφέραμε –κάποιοι– και τη διαλύσαμε!
Πετάγματα και κρωξίματα γλάρων, μίλια μακριά απ’ το λιμάνι και τη στεριά του νησιού. Πού ξαποσταίνουν, απαγκιάζουν έστω για λίγο; Μήπως περιμένουν να πάρουν την αποματίδα μας ώστε να καθίσουν για λίγο στις κουπαστές του πάνω καταστρώματος; Αριστερά, πολύ κοντά, οι ακτές της Μικράς Ασίας, διακρίνεται το Δικελί, μα περισσότερο ξεχωρίζουν οι αμέτρητες ανεμογεννήτριες, που τις «φύτεψαν» σε κάθε πλαγιά και βουνοκορφή. Δεξιά, στο βάθος, μόλις φαίνονται οι βουνοκορφές της Χίου.
Μετά από τρεις ώρες, περίπου, το καράβι δένει στο λιμάνι της Χίου. Νοερά βρίσκεσαι στον Κάμπο με τα εσπεριδοειδή, τα αρχοντικά. Νοτιότερα τα Μαστιχοχώρια. Οι άνθρωποι του νησιού, η ζωή, προσπαθεί να αφήσει πίσω της τα αποκαΐδια και να προχωρήσει. Οπως γίνεται πάντοτε. Δεν προλαβαίνουν οι ναύτες να τεντώσουν τα παλαμάρια, ώστε να πλευρίσει το καράβι στο μουράγιο, πετάγονται πάνω του οι Χιώτες πραματευτάδες. Διαλαλούν την πραμάτεια τους, πωλούν τα καλούδια της Χίου. Πρώτα απ’ όλα μαστίχα, χιώτικα γλυκά κουταλιού, χαλβαδόπιτες, μαστιχόπιτες και μαστίχα ποτό. Γλυκομίλητοι, καταφερτζήδες, σε θυμούνται από προηγούμενο ταξίδι. Προμηθευόμαστε μαστιχόπιτες για να γλυκάνουμε το δοντάκι μας και γλυκά του κουταλιού για δώρο σε φίλους της Αθήνας.
Πέφτει αργά η νύχτα, το σκοτάδι σκεπάζει το καράβι και τη θάλασσα. Πίσω μας αφρίζει το νερό της θάλασσας, στα πλάγια πετούν οι γλάροι κι εμείς συνεχίζουμε το ταξίδι. Οπως κάνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια τα πλεούμενα με τους ταξιδιώτες στο Αιγαίο. Οι επιβάτες αποσύρονται στις καμπίνες, απλώνουν τα πόδια στους καναπέδες και στις πολυθρόνες, φιλονικούν μεταξύ τους· κι οι νέοι –αχ, οι νέοι– αράζουν σε μια γωνιά του καταστρώματος, κάτω απ’ τη σκάλα, δίπλα στο φουγάρο. Σου θυμίζουν τον εαυτό σου, τότε με το μικρό σακίδιο και το «Μοναχικός ταξιδιώτης» του Τζακ Κέρουακ για συντροφιά. Χαμογελάμε, κλείνουμε τα μάτια, συνεχίζουμε το ταξίδι.
