ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύη Καρκίτη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το προηγούμενο βράδυ πάντα έκανα εμετό κι ανέβαζα πυρετό. Δεν υπήρχε περίπτωση να με λυπηθεί. Δεν υπήρχαν λόγια να τη μεταπείσουν. Προτιμούσε πάντα το λεωφορείο των έξι, να προλάβει να γυρίσει από τη δουλειά. Οταν έπαιρνε ο οδηγός τη θέση του, οι καπνιστές πετούσαν τα τσιγάρα και τα πατούσαν στον δρόμο με το παπούτσι. Οι μαμάδες άρπαζαν εμάς τα παιδιά από το χέρι μην τυχόν και χάσουμε το δρομολόγιο. Στη διαδρομή ήμασταν όλοι αμίλητοι, καθένας βυθισμένος στις δικές του σκέψεις. Είχα στο νου μου την Αννα.

Πάντα με ρωτούσε γιατί δεν πηγαίναμε ποτέ διακοπές στη θάλασσα. Εκείνη πάντα πήγαινε στη θάλασσα. Την τελευταία μέρα των διακοπών της έμπαινε σε ένα κατάστημα με σουβενίρ και διάλεγε κάτι για μένα. Μια χρονιά μού έφερε ένα βαμμένο βότσαλο, να το τοποθετώ πάνω από τα χαρτιά μου στο γραφείο, να μην τα πάρει ο αέρας. Σκεφτόμουν πόσο ωραίο θα ήταν ένας δυνατός άνεμος να σήκωνε χαρτιά. Να τα έβλεπα για λίγο να στροβιλίζονται στο δωμάτιο. Ομως ποτέ δεν είχα δίπλα μου σωρό από χαρτιά, ούτε γραφείο. Ούτε της πήγα ποτέ κάτι. Στο χωριό δεν είχε καταστήματα με σουβενίρ. Δεν πατούσε το πόδι του επισκέπτης ή αν το έκανε δεν θα ήθελε μετά να το θυμάται. Οσοι έφταναν εκεί τα καλοκαίρια ήταν ντόπιοι. Εργάζονταν πλέον στην πόλη. Η νοσταλγία τούς είχε συνθλίψει. Πάντα ήθελαν να επιστρέφουν, τώρα πια το ξέρω. Πάντα τους έλειπε ο κόσμος που άφησαν πίσω. Εμείς ήμασταν απλώς τα θύματα αυτής της απουσίας.

Λίγο πριν τη δύση το λεωφορείο έπαιρνε τη στροφή για τον χωματόδρομο, περνώντας σύριζα από το νεκροταφείο. Εστρεφα τότε απότομα το κεφάλι από την άλλη μεριά. Υστερα, κοίταζα προς το σπίτι της γιαγιάς πάνω στον λόφο. Στον δρόμο μπροστά, στην απότομη κατηφόρα, έπαιζαν, όπως πάντα, παιδιά. Το ποδοβολητό τους σήκωνε χρυσαφένια σκόνη. Εκαναν πως πολεμούσαν κραδαίνοντας κλαδιά. Μόλις αντιλαμβάνονταν το λεωφορείο κοκάλωναν. Στέκονταν σε παράταξη το ένα παιδί πλάι στο άλλο σαν στρατιώτες. Δεν κράδαιναν πλέον κλαριά, κρατούσαν δόρατα. Η ματιά τους τρυπούσε το λεωφορείο. Με έβλεπαν πριν καν κατέβω. Με ήξεραν καλά.

Από την πρώτη φορά που με είδαν κατάλαβαν πως ήμουν φοβητσιάρα και σιχασιάρα. Γνώριζαν πως δεν ήθελα να πηγαίνουν μύγες στο ψωμί μου, να ανεβαίνω στα γαϊδούρια, να χαϊδεύω τα ζώα χωρίς να σαπουνίζω μετά τα χέρια μου. Είχαν προσέξει πως μου άρεσε υπερβολικά να πλένω τα χέρια μου. Με είχαν δει να παλεύω με σμήνη εντόμων, να κλείνω με τα δάχτυλα τη μύτη μου γιατί το χωριό μύριζε απαίσια, να προσέχω πού πατάω. Με είχαν ακούσει να τσιρίζω όταν μια αλογόμυγα στάθηκε πάνω στα χείλη μου.

Δεν ήθελα να τρέχω πέρα δώθε μαζί τους. Δεν ήθελα να παίζω όλη μέρα. Μου άρεσε να κάθομαι κάτω από ένα δέντρο να διαβάζω ή να μην κάνω τίποτε. Δεν με πείραζε να βαριέμαι.

Στην αρχή μου έδιναν σπρωξιές, σαν να με παρακινούσαν. Μετά, δεν σταματούσαν τις τρομακτικές ιστορίες, αν πήγαινα βράδυ να καθίσω μαζί τους στην πλατεία. Μιλούσαν για ένα παιδί που δαιμονίστηκε κι ένα πρωί κατουρώντας είδε να σχηματίζεται το κεφάλι του Βελζεβούλ. Και υπήρχε και εκείνη η προφητεία για έναν πόλεμο που θα ισοπέδωνε τα πάντα. «Θα χυθεί πολύ αίμα», είχε έρθει και μου ψιθύρισε στο αυτί ένα κορίτσι που το λογάριαζα για φίλη, γιατί την έλεγαν Αθηνά, και το όνομά της άρχιζε από «Α», όπως της Αννας.

Τα βράδια πεταγόμουν τρομαγμένη λουσμένη στον ιδρώτα και μετά δεν μπορούσα να κοιμηθώ ξανά. Η γιαγιά μου ντρεπόταν για μένα. Κουνούσε πέρα δώθε τα χέρια της να μου πει αυτό που δεν τολμούσαν να προφέρουν τα χείλη της: να ξεκουμπιστώ και να μην ξαναγυρίσω. Στην αγανάκτησή της πάνω, έφερε παπά να με διαβάσει. Εκείνος, ήρθε τρεκλίζοντας, αλλά καλύτερα ο παπάς να είναι πιωμένος, από το να μην υπάρχει καθόλου παπάς.

Και βέβαια ποτέ δεν σταματούσαν να με παρατηρούν. Τι ώρα ξυπνάω, τι τρώω, τι φοράω. Ενα αγόρι με τράβηξε ένα πρωί προς το μέρος του. Το μπλουζάκι μου ήταν κοντό και μου πάτησε μια δυνατή τσιμπιά στη μέση. «Μια μέρα θα σε ξεβρακώσω», μου είπε και το βράδυ ονειρεύτηκα πως πράγματι το έκανε στα χωράφια με το κριθάρι.

Επειτα, ήρθε εκείνη η μέρα που το αγόρι με τον ξάδερφό του αποφάσισαν να μου κλείσουν την είσοδο στην εξωτερική τουαλέτα. Εκανα ό,τι και η γιαγιά μου, αν τους έβλεπε. Θα άρπαζε μια πέτρα να τους διώξει, μετά θα μου έριχνε ένα χέρι ξύλο. Σήκωσα την πέτρα. Το μυστικό του ξεβρακώματος βάρυνε την καρδιά μου πιο πολύ απ’ ό,τι η πέτρα το χέρι μου. Την έφαγε ο ξάδερφος στο κεφάλι. Πρέπει να του το άνοιξε γιατί το πρόσωπό του γέμισε αίματα κάνοντάς τον να μοιάζει σαν τον Χριστό στα πάθη του.

Yστερα, ανέβηκα στο σπίτι. Μπήκα στο δωμάτια που φύλαγε η γιαγιά σωρό τους σπόρους με το κριθάρι. Μου φάνηκε σαν κύμα και βούτηξα μέσα του με ορμή. Σήκωσα το χέρι μου να χαιρετίσω την Αννα. Eνιωσα τη θάλασσα.

*Από τις Εκδόσεις Κριτική κυκλοφόρησε πρόσφατα το πρώτο βιβλίο της Εύης Καρκίτη «Ο Ιερώνυμος στην έρημο».