Εστάλη στην ΑΔΕΔΥ από την υφυπουργό Εσωτερικών, κ. Χαραλαμπογιάννη, το σχέδιο νόμου για το νέο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων –πριν ακόμα ανέβει στη διαβούλευση–, για να εκφράσει τις απόψεις της. Το σχέδιο νόμου δεν έχει διαφοροποιήσεις από εκείνο που είχε δει πριν από λίγες μέρες το φως της δημοσιότητας ως διαρροή. Η φιλοσοφία του νομοσχεδίου διέπεται από την αυστηροποίηση των ποινών, τη διεύρυνση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και υπηρετεί τη λογική της κυβέρνησης για περαιτέρω στοχοποίηση των εργαζομένων στο Δημόσιο.
Δύο είναι οι βασικές «τομές» που κάνει το νομοσχέδιο. Η μία αφορά την αξιολόγηση, όπου η άρνηση ή η μη διευκόλυνσή της ή η παρεμπόδισή της συνιστούν, πλέον, πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή περικοπής τουλάχιστον δύο μισθών· κι εφόσον υπάρξει άρνηση για δύο συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους, τότε μπορεί να επιβληθεί η ποινή της απόλυσης. Η δεύτερη αφορά την κατάργηση των πειθαρχικών συμβουλίων –με τη σημερινή μορφή τους– και τη δημιουργία ενός σώματος 50 νομικών συμβούλων του κράτους οι οποίοι θα συγκροτούν 3μελή ή 5μελή πειθαρχικά συμβούλια –ανάλογα με τη βαρύτητα της υπόθεσης– που θα εκδικάζουν τις υποθέσεις σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Καταργείται, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό – και για όσους θεωρούν ότι αδικούνται η μόνη τους διέξοδος θα είναι η προσφυγή στα δικαστήρια.
Ταυτόχρονα, καταργούνται και οι δύο αιρετοί εκπρόσωποι των εργαζομένων στα πειθαρχικά συμβούλια, όπου πλέον θα συμμετέχει, ως παρατηρητής με δικαίωμα λόγου και όχι ψήφου, εκπρόσωπος της ΑΔΕΔΥ ή των ομοσπονδιών, εφόσον ο διωκόμενος το ζητήσει. Περιλαμβάνει, βέβαια, και άλλες διατάξεις, όπως π.χ. την επιβολή προστίμου μέχρι και 30.000(!) ευρώ, αλλά αυτές είναι οι σημαντικότερες.
Ως προς το ζήτημα της αξιολόγησης, η κυβέρνηση, αντί να δει κατάματα το ζήτημα γιατί υπάρχουν τόσο σφοδρές αντιδράσεις, προσπαθεί να το λύσει με εξοντωτικές ποινές, αξιοποιώντας τον κοινωνικό αυτοματισμό, τον οποίο η ίδια «τρέφει». Είναι προφανές ότι η αξιολόγηση, η αποτίμηση του έργου, η λογοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων γίνεται σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη και η χώρα μας δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Κατά τη γνώμη μου, την οποία έχω εκφράσει και στα όργανα της ΑΔΕΔΥ, αλλά και στις συναντήσεις που είχαμε με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όποιος αρνείται παντελώς την αξιολόγηση ως διαδικασία δίνει λαβές και επιχειρήματα στην κυβέρνηση για να την υλοποιήσει και πιο εύκολα και πιο αυταρχικά.
Το ζήτημα με την αξιολόγηση δεν έχει να κάνει με την άρνησή της, αλλά με τους όρους και τις προϋποθέσεις διεξαγωγής της και τους στόχους που αυτή υπηρετεί. Πώς είναι δυνατόν, αλήθεια, να αξιολογήσουν τους εργαζόμενους στο Δημόσιο προϊστάμενοι και διευθυντές, όταν οι ίδιοι είναι στη θέση τους με ανάθεση ή διορισμό από την κυβέρνηση; Στο Δημόσιο –πλην της Εκπαίδευσης, όπου έγιναν κρίσεις– έχει να γίνει επιλογή στελεχών διοίκησης από το 2011!
Ποια εχέγγυα αντικειμενικής αξιολόγησης έχουν τα διορισμένα στελέχη, όταν τα ίδια δεν έχουν κριθεί και υπάρχει περίπτωση οι υφιστάμενοί τους να έχουν πολύ περισσότερα προσόντα από αυτούς; Στους εκάστοτε υπουργούς που θέτουμε το ζήτημα, η απάντηση είναι η ίδια: «Ναι, δίκιο έχετε και μέσα στον επόμενο χρόνο θα γίνουν κρίσεις». Ετσι πέρασαν 14 χρόνια κι ακόμα να γίνουν.
Η ΑΔΕΔΥ για το ζήτημα της αξιολόγησης είχε ταχθεί υπέρ με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της το 2018 κι είχε καταλήξει σε μερικούς άξονες, όπως, π.χ., να μην είναι τιμωρητική, να μη μετρά για τη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη παρά μόνο για την επιλογή στελεχών και να μην οδηγεί σε απολύσεις. Αυτή η πρόταση θεωρώ ότι μπορεί, με περαιτέρω εξειδίκευση, να αποτελέσει τη βάση ενός διαλόγου με την κυβέρνηση γι’ αυτό το ζήτημα. Για να γίνει όμως αυτός ο διάλογος χρειάζεται πολιτική βούληση, την οποία η κυβέρνηση δεν έχει, γι’ αυτό και προχωρά μονομερώς στη νομοθέτηση των προτάσεών της. Οφείλουμε, όμως, ανεξάρτητα από το τι προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση, αυτόν τον διάλογο να τον κάνουμε εμείς με την κοινωνία για να την ενημερώσουμε.
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των πειθαρχικών, εγείρονται τεράστια θέματα ως προς τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων.
Οι νομικοί σύμβουλοι του Κράτους που θα στελεχώνουν τα νέα πειθαρχικά συμβούλια είναι οι «δικηγόροι» του κράτους σε όλα τα δικαστήρια. Πώς δηλαδή από τη μια μεριά θα τιμωρούν στα πειθαρχικά συμβούλια τους υπαλλήλους κι από την άλλη θα υπερασπίζονται το κράτος, δηλαδή τις αποφάσεις τους, όταν ο ενδιαφερόμενος θα προσφεύγει στα δικαστήρια;
Και, βέβαια, εγείρεται και το ζήτημα κατά πόσο οι νομικοί σύμβουλοι του Κράτους είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως απαιτεί το Σύνταγμα για τη στελέχωση των συμβουλίων. Η αποπομπή, δε, των αιρετών από τα πειθαρχικά συμβούλια, οι οποίοι μετέχουν εδώ και 100 χρόνια, δείχνει τη νοοτροπία της κυβέρνησης και τον μη σεβασμό της στις δημοκρατικές διαδικασίες και στις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας που υπηρετούν οι αιρετοί.
Η κυβέρνηση θα φέρει, όπως φαίνεται, το νομοσχέδιο για ψήφιση στη Βουλή μέσα στον Ιούλιο. Το συνδικαλιστικό κίνημα οφείλει ΤΩΡΑ να αντιδράσει. Χωρίς κραυγές, αλλά με τεκμηριωμένες προτάσεις να απαιτήσει διάλογο, στον οποίο να προσέλθει με τις θέσεις του. Χρειάζεται ενημέρωση των πολιτικών κομμάτων και της ίδιας της κοινωνίας για να πετύχουμε τη στήριξή τους. Οπως ακριβώς κάναμε στο ζήτημα του 13ου και 14ου μισθού. Αλλιώς, η υπόθεση θα χαθεί.
*Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ
