ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν μη τι άλλο, οι θεατές στάθηκαν αντάξιοι της πρόκλησης του οράματος του Γερμανού σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε: και σχεδόν τρεις ώρες έμειναν/μείναμε στις θέσεις μας, πάνω στις πέτρες του ιερού θεάτρου της Επιδαύρου και σεβαστήκαμε την αργόσυρτη διάρκεια μιας τραγωδίας που μας είπαν πως ήταν η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Αυτό ήξερε το κοινό, έστω. Γιατί δημοσιογραφικά ήδη γνωρίζαμε πως το βάρος δεν θα το έριχνε στην Αντιγόνη ο Γερμανός, σπουδαίος κατά πολλούς και όχι άδικα, σκηνοθέτης. Ωστόσο, το έργο θα έπρεπε να λέγεται «Τειρεσίας» ή έστω «Κρέοντας» («Τειρεσίας» λόγω της σπουδαίας ερμηνείας της Φιλαρέτης Κομνηνού, που παρά, αλλά και μέσα στη σκηνοθετική «γραμμή», απέδωσε άψογα τον ρόλο. Και «Κρέοντας», γιατί ήταν όλο πάνω στον ρόλο του ηγεμόνα της Θήβας, που εξαίσια ερμήνευσε ο Γιώργος Γάλλος).

Στο ύψος της παράστασης, όπως την έστησε ο Ράσε, ήταν και οι ηθοποιοί, όσο τα κατάφερε ο καθένας έστω: περισσότερο από δύομισι ώρες, Χορός και Κρέων ήταν συνεχώς πάνω σε έναν δίσκο με ομόκεντρους κύκλους που περιστρέφονταν προς αντίθετες κατευθύνσεις ο καθένας. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάτι τέτοιο από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη και θα ομολογήσουμε πως κάθε φορά φαντάζει ευρηματικό στα μάτια μας. Και πώς να μην είναι; Ερποντας μπήκε στη σκηνή ο Χορός, αργά, σε τέμπο που επέτρεπε συγκεκριμένη κινησιολογία – εξαιρετικοί οι μουσικοί στο βάθος του θεάτρου (Ν. Σταματογιαννοπούλου – κοντραμπάσο, Χ. Παζαρούλας – κοντραμπάσο, Ν. Παπαβρανούσης –από τους καλύτερους στην Ελλάδα– και Ευ. Σταύρου – κρουστά).

Ομως ούτε ο ήχος ούτε οι φωτισμοί ήταν εναρμονισμένοι, τουλάχιστον όχι την πρώτη μέρα (κάτι που όπως μάθαμε δεν ήταν τυχαίο, καθώς η «επικοινωνία» του σκηνοθέτη με τους τεχνικούς κάπου χανόταν στη μετάφραση ή μάλλον στις διαθέσεις και τους τρόπους του). Η σκηνή, μαύρο και γκρι, με δύο τεράστιους πυλώνες φωτισμένους στη μέση, με την υποβλητική, εμβατηριακή γκόθικ μουσική και με καπνούς να βγαίνουν μέσα από τους περιστρεφόμενους δίσκους, έμοιαζε με κινηματογραφικό κάδρο ταινίας γερμανικού εξπρεσιονισμού ή της ταινίας «Hunger Games», στην οποία τελικά καταλάβαμε πως δεν πρωταγωνιστούσαν μόνο όσοι ήταν πράγματι επί σκηνής, αλλά και οι θεατές. Βογκώντας και έρποντας, με έναν υπόκωφο σαν από τον Αδη βγαλμένο ήχο, μας εισήγαγε λοιπόν στην τραγωδία ο Ράσε. Κάτι που πράγματι σε σημειολογικό επίπεδο ταίριαζε με τη μοίρα της Αντιγόνης και την ουσία της τραγωδίας του Σοφοκλή.

Από νωρίς επίσης καταλάβαμε γιατί η παράσταση θα διαρκούσε τόσες ώρες: τόσο η κίνηση όσο και η εκφορά του λόγου ήταν εξαιρετικά αργές. Οσον αφορά την κίνηση, αν εξαιρέσεις τη δυσκολία για τους ίδιους τους ηθοποιούς, λειτουργούσε εξίσου σημαντικά σε συμβολικό επίπεδο: παρακολουθούσαμε την αενάως κινούμενη ακινησία, πώς είναι να κινείσαι αλλά να μην πηγαίνεις πουθενά, όπως και η μοίρα των ηρώων του Σοφοκλή, από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν.

Στα εξαιρετικά της παράστασης, πέραν των παραπάνω, πρέπει να προστεθούν όμως είπαμε και οι ερμηνείες του Γάλλου και της Κομνηνού. Ο μάντης είναι ένα άφυλο και ταυτόχρονα δίφυλο πλάσμα, άνδρας και γυναίκα, αλλά και πλάσμα της φύσης – όπως δηλαδή οι αρχαίοι αλλά και οι σύγχρονοι (αυθεντικοί) σαμάνοι. Ευτυχώς δεν έγιναν πολλές περικοπές στα λόγια του Τειρεσία (γενικά ο Ράσε έκοψε μεγάλο μέρος του έργου, με αποτέλεσμα η φόρμα να ξεπεράσει όχι μόνο την πλοκή αλλά και την ποιητική του λόγου του Σοφοκλή, άρα και το ίδιο το νόημα) και η κ. Κομνηνού κατάφερε κάτι αξιοσημείωτο: όχι μόνο ήταν ένα ανδρόγυνο πλάσμα επί σκηνής, αλλά κατόρθωνε με το σώμα και τον λόγο της να αλλάζει και ηλικίες.

Η αέναη περιδίνηση ανάμεσα στην προσήλωση στους νόμους και την επιβολή της τάξης για το καλό της πόλης, αλλά και την αμφιβολία που έσπειρε ο Χορός και ο μάντης μέσα στον Κρέοντα, πήρε σάρκα και οστά στην ερμηνεία του Γάλλου, που για δεύτερη φορά μάς κέρδισε στην Επίδαυρο (πρώτη ήταν το 2022, ως Δαρείος στους, κατά Δ. Καραντζά, «Πέρσες» του Αισχύλου). Ο Κρέων δεν έφυγε στιγμή από τη σκηνή. Πρωτοστατούσε σε μια μαύρη, μετωπική, στατική σχεδόν, με τεράστια λεπτομέρεια στις ελάχιστες κινήσεις της χορογραφίας του νοήματος του ρόλου του.

Και κάπου εδώ σταματούν τα «καλά» της παράστασης. Γιατί μπορεί ο «Αγαμέμνονας» που ανέβασε ο ίδιος σκηνοθέτης και πάλι στην Επίδαυρο να μας κέρδισε, αλλά η «Αντιγόνη» όχι. Διπλά «δυστυχώς» μάλιστα, καθώς ήταν η πολυαναμενόμενη παράσταση που άνοιξε τα φετινά, επετειακά Επιδαύρια και είναι η μοναδική που παίχτηκε για τρεις μέρες. Το νόημα των λόγων χάθηκε στις κοφτές φράσεις που δεν τονίζονταν σωστά νοηματικά αλλά ηχητικά (σύμφωνα με το «αυτί» του σκηνοθέτη, που επειδή δεν μιλάει ελληνικά, απλώς ακούει ήχους), και φυσικά η μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου φάνηκε παλιακή, αν όχι απλά ακαταλαβίστικη («ευλαβήθηκα την ευσέβεια» ακούσαμε π.χ. να λέει η Αντιγόνη!). Οπότε δεν μπόρεσαν ούτε η Κόρα Καρβούνη (Αντιγόνη), ούτε ο Δημήτρης Καπουράνης (Αίμων), ούτε ο Θάνος Τοκάκης (Φύλακας) να αποδώσουν ερμηνευτικά το κείμενο, ακολουθώντας τις επιταγές του συγκεκριμένου σκηνοθέτη. Οσο για τον κεντρικό ρόλο, δεν υπήρχε καν κομμός – χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο;

Τι έγινε με τον ρόλο της «Ισμήνης»;

«[…] όποιος μολυνθεί απ’ το θράσος, μοίρα του είναι να μην διαλέγει το καλό» ακούστηκε στην παράσταση. Αναρωτιόμαστε αν άκουσε ή κατάλαβε ποτέ ο Ούρλιχ Ράσε αυτή τη φράση. Και το λέμε, γιατί όλα τα στοιχεία του ρεπορτάζ καταδεικνύουν το αντίθετο: ο ίδιος επέλεξε τους κεντρικούς ρόλους μετά από ακρόαση. Μεταξύ αυτών, επέλεξε και την υπέροχη ηθοποιό Κίττυ Παϊταζόγλου για τον ρόλο της Ισμήνης, ανάμεσα από πολλές άλλες καλές ηθοποιούς, μετά από ακρόαση μιάμισης ώρας. Ωστόσο, δεν την είδαμε ποτέ επί σκηνής.

Η ίδια χθες ανήρτησε στο fb πως «η μη συμμετοχή μου στην παράσταση “Αντιγόνη” δεν οφείλεται σε προσωπική μου βούληση, αλλά σε απόφαση του σκηνοθέτη. Και ήμουν εκτός προβών από τις 21/5/25». Και έτσι είναι. Προχωρώντας το ρεπορτάζ μάθαμε πως η συμπεριφορά του σκηνοθέτη προς την ηθοποιό δεν ήταν η πρέπουσα, με άσχημες δημόσιες και μη παρατηρήσεις, που δεν συνάδουν στη μετά #MeToo εποχή, ούτε σε καμία εποχή. Ο ίδιος δεν ήθελε να φανεί επί σκηνής τίποτε ευάλωτο, γι’ αυτό προφανώς «έκοψε» και τον κομμό της Αντιγόνης. Με την κ. Παϊταζόγλου δεν πέρασαν ποτέ στη δεύτερη σκηνή, ενώ ο ίδιος, μετά τον ένα μήνα προβών, ήταν ανένδοτος πως δεν ήθελε πια «Ισμήνη» στην παράστασή του.

Οι δύο κυρίες, Αργυρώ Χιώτη και Κατερίνα Ευαγγελάτου, έκαναν πράγματι μεγάλες προσπάθειες να μη συμβεί κάτι τέτοιο, καθώς ούτε ηθικό είναι ούτε επαγγελματικό. Σε μία παράσταση, έχεις να κάνεις και με ανθρώπινο δυναμικό και όχι μόνο με το όραμα του σκηνοθέτη – αλήθεια ποιο ήταν αυτό; Εφόσον δεν έγινε αντικατάσταση στον ρόλο, ενώ υπήρχε επαρκέστατος χρόνος, προφανώς δεν ήθελε να υπάρχει καθόλου «Ισμήνη». Αν δεν υπήρχε η στήριξη των δύο κυριών προς την ηθοποιό, ως όφειλαν, ίσως τα πράγματα να ήταν χειρότερα. Ο ίδιος πάντως ήταν αμετάπειστος και στο τέλος ξέσπασε σχεδόν σε ένα «Να βρείτε άλλο σκηνοθέτη». Φυσικά, με απόφαση της κ. Χιώτη, συνεχίστηκε το συμβόλαιο της κ. Παϊταζόγλου, η οποία τονίζουμε πως ποτέ δεν αποχώρησε… «Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει» – και ναι, «πολλά είναι τα δεινά, μα τίποτα πιο δεινό απ’ τον άνθρωπο», ειδικά όταν έχει εξουσία…