ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σαραντάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χτες είχαμε την επέτειο της Επανάστασης του 1821, ταιριάζει λοιπόν να λεξιλογήσουμε σήμερα με ένα λεκτικό δίπολο που φέρνει αμέσως στον νου τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και του ξεσηκωμού.

Κλέφτες λέγονταν τα μέλη ανυπότακτων ομάδων που επί τουρκοκρατίας ζούσαν εκτός νόμου, στα βουνά, βιοποριζόμενοι από επιδρομές και ληστείες τόσο εναντίον Ρωμιών όσο και Τούρκων. Συλλογικά, «η κλεφτουριά». Η λέξη πέρασε και σε ξένες γλώσσες, π.χ. klephte στα γαλλικά. Τα κατορθώματα των κλεφτών μνημειώνονται στα πολλά κλέφτικα δημοτικά τραγούδια, που πάντως δεν παραγνωρίζουν τη δύσκολη ζωή του φερέοικου παράνομου: «Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες/ Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε» λέει ένα πολύ γνωστό.

Ο Κολοκοτρώνης καμαρώνει: «το κλέφτης ήτον καύχημα· έλεγε: είμαι κλέφτης, και η ευχή των πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνει κλέφτης» αλλά μάλλον εξιδανικεύει την κατάσταση. Πάντως, οι κοτζαμπάσηδες του Μοριά είχαν μίσος για τους κλέφτες γενικά και για τους Κολοκοτρωναίους ειδικά· ο Κανέλλος Δεληγιάννης χρησιμοποιεί, χωρίς να κρύβει την περιφρόνησή του, τη φράση «το κλεπτικόν σύστημα». Ούτε οι τακτικοί είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κλέφτες και τους ατάκτους γενικά, που όπως είχε πει ο Κόχραν «είναι καλοί μόνο διά κλέφτικες δουλειές και να ψήνουν κοκορέτσια».

Οι αρματολοί, πάλι, ήταν επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, οι οποίοι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας αναλάμβαναν την τήρηση της τάξης και την πάταξη της ληστείας σε μια συγκεκριμένη περιοχή, το αρματολίκι. Παλιότερα θεωρούσαν πως η λέξη ετυμολογείται από το «αμαρτωλός» με αντιμετάθεση, και την έγραφαν «αρματωλός» αλλά σήμερα είναι αποδεκτή η προέλευση από το «αρματολόγος» δηλ. οπλοφόρος.

Πράγματι, οι αρματολοί είχαν το δικαίωμα να φέρουν όπλα για λογαριασμό της οθωμανικής εξουσίας και επιπλέον να συλλέγουν τους φόρους, κρατώντας ορισμένο μερίδιο για τον εαυτό τους. Αρματολοί υπήρξαν κατεξοχήν ή αποκλειστικά στη Στερεά Ελλάδα.

Η έννοια του αρματολού συνδέεται στενά με αυτήν του κλέφτη: αν ένας καπετάνιος κλέφτης γινόταν πολύ δυνατός, μπορεί να του πρότειναν να υποταχθεί στην οθωμανική εξουσία και να γίνει αρματολός, ενώ ένας αρματολός που έρχεται σε σύγκρουση με την εξουσία ξαναγίνεται κλέφτης. Σύμφωνα με το δημοτικό άσμα, ο Νικολός Τζουβάρας ήταν «στο Λούρο αρματολός, στο Καρπενήσι κλέφτης». Ή, όπως το λέει ο Βλαχογιάννης,

«Κάθε κλέφτης επικίνδυνος ρογιαζόταν (έμπαινε με μιστό στην υπηρεσία) στ’ αρματολίκι, μ’ άλλους λόγους “προσκυνούσε”. Οποιος πάλι κλεφτοκαπετάνος ήθελε να μένει απροσκύνητος, το τέλος του ήταν πάντα τραγικό».

Ο Κολοκοτρώνης δίνει καλά το δίπολο κλέφτη-αρματολού: «Εμείναμε δυο χρόνους κλέφτες· έπειτα είδαν πως δεν εμπορούν να μας κάμουν τίποτε και μας έβαλαν πάλε αρματολούς». Ωστόσο, να σημειωθεί ότι κατά τη γνώμη των περισσότερων μελετητών, στον Μοριά δεν υπήρξαν αρματολοί όπως στη Στερεά Ελλάδα, αλλά κάποιοι, δηλαδή αρχηγοί στρατιωτικών σωμάτων στην υπηρεσία των κοτζαμπάσηδων· επειδή όμως το αρματολίκι είχε πολύ μεγαλύτερο γόητρο, μετεπαναστατικά προτιμούσαν να λένε ότι ήταν αρματολοί.