ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι γεγονός ότι μετά τον Ιανουάριο και, κυρίως, μετά τις 28 Φεβρουαρίου 2025 έχει ανοίξει ένας νέος πολιτικός κύκλος στη χώρα. Με μετριοπαθή τοποθέτηση, αν κάποιος θα ήθελε να δώσει έναν τίτλο, αυτός θα ήταν «κρίση αντιπροσώπευσης». Καλά τα στερεότυπα του τύπου «στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα», αλλά δεν αρκούν για να προδιαγράψουν κάτι καλό. Ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετώπισε την τραγωδία των Τεμπών είναι ένα αρνητικό παράδειγμα – παγκόσμιο υπόδειγμα προς αποφυγή. 

Ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του μετά την πρώτη μεγάλη διαμαρτυρία του Ιανουαρίου είχε κάνει τη δική του αποκωδικοποίηση των γεγονότων, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες με τα μαζικά συλλαλητήρια ζητούν «να μάθουν την αλήθεια, να αποδοθεί δικαιοσύνη και να τιμωρηθούν οι ένοχοι… να εξασφαλίσει η κυβέρνηση ότι μια τέτοια τραγωδία δεν θα ξανασυμβεί και να αποκτήσει η Ελλάδα σύγχρονα, ασφαλή, αξιόπιστα ευρωπαϊκά τρένα». Δυστυχώς, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις –το λυσσομάνημα κι ο φαγωμός– όπως έχουν μεταφερθεί στη Βουλή, δείχνουν στην κοινωνία των πολιτών ότι (1) δεν έχει μαθευτεί η αλήθεια, (2) δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη, άρα, (3) δεν έχει τιμωρηθεί κανένας ένοχος, ότι (4) δεδομένων των συνθηκών μπορεί οτιδήποτε να ξανασυμβεί και ότι (5) η Ελλάδα δεν έχει προς το παρόν σύγχρονα, αξιόπιστα, ασφαλή ευρωπαϊκά τρένα.

Ο πρωθυπουργός, μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου, επέμεινε στο ίδιο μοτίβο. Η κυβέρνηση δεν έχει ευθύνες για το δυστύχημα, δεν επιθυμεί τη συγκάλυψη της υπόθεσης των Τεμπών και ότι ο κόσμος διαμαρτύρεται γιατί ζητάει «αλήθεια, δικαιοσύνη, δικαίωση των νεκρών, αναβάθμιση των συγκοινωνιών και γενικότερα να ανέβει η Ελλάδα ψηλότερα».

Οπως θα έλεγε μετά παρρησίας ο Τόμας Χομπς, η άγνοια και η παραπλάνηση –που επικαλείται ο επινοητής του επιτελικού κράτους–, μολονότι δεν είναι καθαυτό κακόβουλες, είναι ικανές και πιεστικές συνθήκες που τον κάνουν να λέει ψέματα με ευκολία και να πιστεύει στα ψέματά του· μερικές φορές, μάλιστα, ακόμα και να τα επινοεί. Ετσι, μιλάει για κύκλους «που επιχειρούν να μετατρέψουν το δυστύχημα σε αφετηρία διχασμού» και καταλογίζει «τοξικότητα χωρίς καμία εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης». Υπερασπίζεται το μοτίβο της «προσήλωσης της κυβέρνησης στην αλήθεια και στη Δικαιοσύνη» ενάντια σε fake news, εργαλειοποιήσεις και τυμβωρυχίες. Ετσι, ο άρχων της πολιτικής αστάθειας μεταμφιέζεται σε υπερασπιστή της σταθερότητας δύο χρόνια μετά –με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες– και με τραυματισμένο το κοινωνικό σώμα. Αίφνης, ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι «έφτασε η κατάλληλη στιγμή» να εισηγηθεί τρόπους με τους οποίους το ελληνικό κράτος θα ξεπεράσει τις διαχρονικές παθογένειές του.

Ομως, δύο χρόνια μετά το προδιαγεγραμμένο έγκλημα, αυτή τη φορά έχει απολέσει την επιδοκιμασία των αριθμών. Στις εκλογές του 2023, το «41%» μεταφράστηκε πράγματι ως ισχυρή επιδοκιμασία του πλήθους. Δυστυχώς, ήταν η ισχυρότερη συνθήκη επιτελικής μεροληψίας που έβλεπε τα τρένα να περνούν. Βεβαίως, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, εκείνοι που έβλεπαν τα τρένα να περνούν δεν βρίσκονται μόνο στην κυβέρνηση· βρίσκονται και στην αντιπολίτευση. Με τα συλλαλητήρια, όμως, συνέβη το εξής: Πράγματι, δεν ήταν κομματικά συλλαλητήρια. Ομως ήταν βαθιά πολιτικά. Ωστόσο στη Βουλή έγινε η αντιστροφή της ειδυλλιακής εικόνας. Παρακολουθήσαμε κάτι βαθύτατα κομματικό, χωρίς να είναι πολιτικό. Και αυτό δείχνει, για πολλοστή φορά, την απόσταση που χωρίζει τον λαό από τους πολιτικούς του. Οπως έλεγε ο Λούθηρος, όποιος παίρνει για αληθινό κάτι που είναι ψεύτικο, αρνείται την αλήθεια. Ετσι, η φωνή διαμαρτυρίας του υπερασπιστή της αλήθειας μοιάζει με εκείνη του ψεύτη. Ας μην ξεχνάμε ότι ενάμιση αιώνα πριν, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill) κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αλήθεια που δεν υπόκειται σε διαρκή κριτική, μοιραία, «παύει να έχει ισχύ αλήθειας, αφού με την υπερβολή της μετατρέπεται σε ψεύδος». Κάπως έτσι οδηγούμαστε στο λυσσομάνημα και τον φαγωμό, όταν κάποιες πολιτικές δυνάμεις εμπνέονται από τον κυνισμό συμφερόντων ή όταν στοχάζονται γκουβέρνο, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπόψη τους τις συνέπειες των λογισμών τους.

Θα πάμε σε πρόωρες εκλογές; Από μόνο του το ερώτημα αρκεί για την έναρξη του κύκλου αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Ομως, αν πράγματι μιλάμε για κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης, πιθανότατα μια εκβιασμένη λύση προσφυγής στις κάλπες, με δεδομένες τις πολιτικές δυνάμεις, την αριθμητική των κομμάτων και τα ηγετικά πρόσωπα, θα ενέτεινε την κρίση αντιπροσώπευσης αντί να την επιλύσει. Τα κόμματα της Κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.) δεν έχουν δυνατότητα αυτοδύναμης κυβέρνησης, ούτε πρόθεση να συγκροτήσουν συμμαχία με προοπτική διακυβέρνησης. Από την άλλη, η κυβέρνηση βγαίνει με πολλά προβλήματα και είναι απονομιμοποιημένη. Ετσι, οποιαδήποτε μάχη με βάση την κοινοβουλευτική αριθμητική θα είναι ήττα για τη μακροπρόθεσμη πορεία της χώρας τη στιγμή που δεν αντέχουμε άλλες ήττες. Θα δούμε τις εξελίξεις.