Κυβερνητικά στελέχη αναρωτιούνται, άλλα σιωπηρά κι άλλα φωναχτά, γιατί, παρά τη διεθνή αναγνώριση του ελληνικού success story της οικονομίας, στο εσωτερικό της χώρας και σε ευρύτατα τμήματα της κοινωνίας εκφράζεται μόνο δυσφορία για τις συνθήκες και τους όρους διαβίωσης.
Αναρωτιούνται, γιατί, ενώ στις δημοσκοπήσεις το κόστος ζωής, η ακρίβεια, ιεραρχείται ως το μείζον πρόβλημα από την πλειονότητα, οι πωλήσεις αυτοκινήτων πάνε καλά, οι καταθέσεις αυξάνονται, η αγορά ακινήτων πάει σφαίρα. Το ενδεχόμενο αυτές οι δύο όψεις της οικονομικής πραγματικότητας να αφορούν τελείως διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, τα αναπτυξιακά «επιτεύγματα» της πενταετίας της Ν.Δ. να επιδρούν όχι απλώς άνισα αλλά αντίστροφα ταξικά, δηλαδή η ευημερία των πάνω να προκαλεί τη δυσφορία των κάτω, τους φαίνεται αδιανόητο.
Το ότι η Ελλάδα έχει την καλύτερη αναπτυξιακή επίδοση μεταξύ των «27» της Ε.Ε. δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Αντίθετα, αν αυτή η καλή επίδοση στην αύξηση του ΑΕΠ, για την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη δέχεται επαινετικά χτυπήματα στην πλάτη από την Ε.Ε. και τις αγορές, προέρχεται από μια αύξηση των επενδύσεων στην αγορά ακινήτων που εκτοξεύει τις τιμές τους, για τα φτωχότερα νοικοκυριά μεταφράζεται αυτόματα σε επιβάρυνση του κόστους στέγασης.
Με μια κουβέντα, η πρωτιά της Ελλάδας στην Ε.Ε. στον ρυθμό ανάπτυξης και στο στεγαστικό κόστος, ως ποσοστό του μέσου εισοδήματος, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της στρεβλής και άνισης ανάπτυξης που έχουν πριμοδοτήσει οι πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Η τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ φωτίζει με ψυχραιμία και τεκμηρίωση ότι το επενδυτικό «έπος», για το οποίο επαίρεται η κυβέρνηση, βασίζεται σε σαθρά θεμέλια. Πολύ τσιμέντο, κατασκευές και οπλικά συστήματα, ελάχιστη καινοτομία και προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας. Το εμπορικό έλλειμμα παραμένει θηριώδες και αποκαλύπτει την εξάρτηση της όποιας εγχώριας παραγωγής από τις εισαγωγές. Αυτή η ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμη και ανθεκτική.
Και ταυτόχρονα, παρά τη μείωση του πληθωρισμού μέχρι τα τέλη του 2024, την τελευταία τετραετία οι τιμές των βασικών αγαθών -στέγαση, διατροφή, μεταφορές, ένδυση- έχουν αυξηθεί κατά 25% έως 31%. Κι αυτό μεταφράζεται για εκατομμύρια νοικοκυριά μισθωτών σε κρίση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Καταλαβαίνει, άραγε, η κυβέρνηση αυτή την έννοια ή την μπερδεύει η άγνωστή της λέξη «αξιοπρέπεια»;
