«Αφηγήτρια ταινιών»: πόσα μπορεί να κρύβονται σε δυο λέξεις. Σε ποιο, φτωχικό τόπο, οι κάτοικοι δεν έχουν τα χρήματα να πάνε ούτε στον κινηματογράφο; Σε ένα ξηρό και άνυδρο τοπίο, στην έρημο Ατακάμα της Χιλής. Εκεί που η ζωή κυλά δύσκολα για τους κατοίκους, πάμφτωχους εργάτες στα ορυχεία νίτρου, που δεν αντέχουν οικονομικά τη μοναδική διασκέδαση που προσφέρει η περιοχή τους, τον κινηματογράφο. Κι αναλαμβάνει ένα χαρισματικό κορίτσι να τις παρακολουθεί για να τις αφηγείται στους συγχωριανούς της και μαζί να αφηγείται την ιστορία της ζωής της, της οικογένειάς της, του χωριού και των ανθρώπων του. Ξετυλίγοντας το νήμα της αφήγησης, που με εξαιρετική χάρη και ευαισθησία ξεδιπλώνει η Νοεμή Βασιλειάδου, αφηγείται όμως και κάτι ακόμη: τα όνειρά της για μια διαφορετική ζωή που ξεφεύγει από την πραγματικότητα που την περιβάλλει.
Στις αφηγήσεις αυτής της ιδιότυπης λαϊκής αρτίστα, αντανακλάται η ιστορία των καθημερινών ανθρώπων – ίσως κι ενός ολόκληρου λαού – που οραματίστηκαν και αγωνίστηκαν για την αλλαγή και παρέμειναν περήφανοι παρά την οδυνηρή διάψευση της Ιστορίας. Μέχρι που οι ταινίες σταματούν να ζωντανεύουν όταν έρχεται η τηλεόραση.
Ο σκηνοθέτης Νικόλας Λαμπάκης επιλέγει αυτή την νουβέλα που έγραψε ο Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ το 2019 και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, για την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά: και στήνει, μέσα από τα πιο απλά υλικά της τέχνης του θεάτρου και του κινηματογράφου, μια παράσταση για τη δύναμη της φαντασίας ως πηγή έμπνευσης για μια άλλη ζωή. Μας προσκαλεί στο φτωχικό της αφηγήτριας να παρακολουθήσουμε κι εμείς μία από τις περίφημες αφηγήσεις της, όταν πέφτει το δειλινό σαν το τελευταίο πανοραμίκ πλάνο κάποιας παλιάς ταινίας, μιας ταινίας τεκνικολόρ και σινεμασκόπ, με υπόκρουση τον θόρυβο του ανέμου πάνω στις λαμαρίνες. Μιας ταινίας που επαναλαμβάνεται μέρα με τη μέρα. Άλλοτε θλιβερή, άλλοτε λιγότερο θλιβερή. Που έχει όμως πάντα το ίδιο τέλος.
Μόνο τρεις παραστάσεις έμειναν για το έργο όπου τα όρια μεταξύ της ζωής, του κινηματογράφου, του ονείρου, αλλά και του ίδιου του θεάτρου είναι ρευστά και συμπλέκονται διαρκώς: απόψε και την ερχόμενη Τετάρτη και Πέμπτη (26&27/2). Μετά η παράσταση θα ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη από τις 17 Μαρτίου, τα Δευτερότριτα στο Θέατρο Τ.
*Γιατί επέλεξες αυτό το έργο για την πρώτη σου σκηνοθετική δουλειά; ρωτήσαμε τον Νικόλα Λαμπάκη που ως βοηθός σκηνοθέτης είχε συμμετοχή σε παραγωγές του Εθνικού και του Θεάτρου Τέχνης.
Πέραν του ότι πρόκειται για μια ιστορία που από την πρώτη ανάγνωση μέχρι και τώρα στις παραστάσεις, δεν σταματά να με συγκινεί ξανά και ξανά, είναι ένα έργο που αντανακλά την προσωπική μου ματιά, την αισθητική μου αντίληψη και την κοσμοθεωρία μου για το θέατρο και την τέχνη. Ο μαγικός κόσμος του κινηματογράφου, η τέχνη του θεάτρου που δανείζεται στοιχεία από τον κινηματογράφο, η γέννηση της δημιουργίας, η αναζήτηση από τον καλλιτέχνη για νέα αφηγηματικά μέσα – τρόπους δηλαδή για να «διανθίσει» την τέχνη του όπως λέει και η αφηγήτρια, «για να την κάνει κάθε φορά και καλύτερη» – το πάθος και η εμμονή με τη λεπτομέρεια… Ακόμη, το λαϊκό στοιχείο στην τέχνη – μια τέχνη συνδεδεμένη με την κοινότητα, τα βιώματα και τις ανάγκες των καθημερινών ανθρώπων – αλλά και η φαντασία ως δύναμη, ως δυνατότητα να οραματιστούμε μια άλλη ζωή και να βρούμε το κίνητρο να αγωνιστούμε για αυτή.
*Η έλευση της τεχνολογίας πόσο μπορεί να επηρεάσει τους αφηγητές ιστοριών; Βλέποντας το θέατρο στη χώρα μας να ανθεί υπάρχει αισιοδοξία για τις αφηγήσεις;
Η έλευση της τεχνολογίας είναι κάτι που άλλαξε οριστικά τον κόσμο, όπως ομολογεί και η ίδια η αφηγήτρια ταινιών. Αυτό σημαίνει ότι το θέατρο και γενικά η τέχνη δεν έμεινε ανεπηρέαστη από αυτή την αλλαγή. Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή και η εξέλιξή της, καθώς μάλιστα προσφέρει δυνατότητες και για νέα αφηγηματικά μέσα στο θέατρο. Το πρόβλημα είναι το πώς η τεχνολογία επηρέασε ριζικά και διαμόρφωσε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σήμερα, ο άνθρωπος εκτίθεται σε αμέτρητες εικόνες καθημερινά, χαζεύοντας την οθόνη μόνο του κινητού του τηλεφώνου. Έχει εθιστεί σε βιντεάκια λίγων μόλις δευτερολέπτων που διαδέχονται το ένα το άλλο, στη γρήγορη πληροφορία, στην ταχύτητα εναλλαγής εικόνων. Αυτό έχει δημιουργήσει αναπόφευκτα και μία κυρίαρχη τάση στο θέατρο. Παραστάσεις σύντομης διάρκειας, με πολλή βαβούρα, γρήγορους ρυθμούς, εφέ, αστειάκια αισθητικής τικ-τοκ… Αυτή είναι η κυρίαρχη τάση στο θέατρο σήμερα… Για τους περισσότερους θεατές-καταναλωτές, το αίσθημα ικανοποίησής τους δεν έγκειται τόσο στην απόλαυση της παράστασης καθαυτής – και στην ιστορία που εκείνη αφηγείται – όσο στο γεγονός ότι παρακολούθησαν μια παράσταση που «δεν έπρεπε να χάσουν με τίποτα» όπως τους πληροφόρησαν έγκριτες διαδικτυακές σελίδες. Αισθάνονται μάλιστα προνομιούχοι που κατάφεραν να βρουν εισιτήριο σε μια παράσταση που κάνει «απανωτά sold out». Επίτρεψέ μου να παραφράσω λιγάκι την αφηγήτρια ταινιών. Κάποια στιγμή λέει: «Οι στέγες των σπιτοσειρών μεταβλήθηκαν σε δάση κεραιών κι ένα σωρό καινούργιες λέξεις άρχισαν να ακούγονται παντού: ηχοσύστημα, σήμα, επιλογέας, κανάλι, πλατό.» Σήμερα, λοιπόν, που το τοπίο γύρω μας έχει μεταβληθεί σε δάσος οθονών, ποιες λέξεις ακούγονται παντού, ποιες λέξεις κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο; Ας πούμε project, manager, marketing, διαχείριση, προώθηση, επικοινωνία… Αυτός είναι ο σύγχρονος τρόπος ζωής και έχει επιβληθεί για τα καλά στην τέχνη, τουλάχιστον στη mainstream τέχνη, γιατί υπάρχουν προφανώς και εξαιρέσεις. Είναι η λεγόμενη «προσαρμογή». Απαραίτητος όρος επιβίωσης. Το ότι ανεβαίνουν, λοιπόν, εκατοντάδες παραστάσεις στη χώρα μας κάθε χρόνο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το θέατρο «ανθεί». Το θέμα είναι τί θέατρο βλέπουμε κατά κύριο λόγο σήμερα, τί παραστάσεις ανεβαίνουν.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Αφηγήτρια ταινιών του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ
Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου
Σκηνοθεσία – Δραματουργία – Σκηνικά: Νικόλας Λαμπάκης
Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα
Μουσική: Παντελής Πρωτοπαπάς
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης, Χάρης Βασιλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτης: Σπύρος Μπόσγας
Κατασκευή σκηνικού: Βασίλης Παπαχρήστος, Διονύσης Ασβεστάς
Κατασκευή κοστουμιού: Στεφανία Σταθάκη
Φωτογραφίες: Μαίρη Λεονάρδου
Ερμηνεύει η Νοεμή Βασιλειάδου
Εισιτήρια 8-13€ Προπώληση more.com
Διάρκεια 70′
