Δύο εβδομάδες μετά τον ξαφνικό θάνατο του πεντάχρονου κοριτσιού από την προσφυγική δομή του Σχιστού στις 5 Δεκεμβρίου μέσα στο ταξί που τη μετέφερε στο νοσοκομείο, οι γονείς της αναρωτιούνται γιατί η γιατρός της δομής αγνόησε τα σοβαρά συμπτώματα και αρνήθηκε να καλέσει ασθενοφόρο παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις τους.
Αναρωτιούνται επίσης γιατί δεν εξέτασε τη μικρή παρά μόνο της χορήγησε αντιδιαρροϊκό σκεύασμα, το οποίο μάλιστα είχε λήξει, διαβεβαιώνοντάς τους ότι θα είναι καλά την επομένη. Προσπαθούν επίσης να καταλάβουν πώς επανήλθε στη θέση της η γιατρός δύο μέρες μετά το τραγικό περιστατικό, παρότι της έχει ασκηθεί δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια, και ζητούν να υπάρξει δικαιοσύνη για τον θάνατο της κόρης τους και τιμωρία των υπευθύνων.
Στα γραφεία της οργάνωσης «Γέφυρες», που τους παρέχει υποστήριξη τον τελευταίο μήνα που ήρθαν στο Σχιστό από την Κω, ο Ναμπίλ Γκανούμ, 31 ετών, και η Μάραμ Αλαξουσί, 30 ετών, πρόσφυγες από τη Δαμασκό της Συρίας, δείχνουν στο κινητό βίντεο από το πάρτι γενεθλίων της Μαρίας τον Ιούνιο, όταν έκλεισε τα πέντε της χρόνια. Το πρωί της προηγούμενης από τη μοιραία μέρα, η οικογένεια είχε πάει στο Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη για να δώσει δακτυλικά αποτυπώματα για τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα, καθώς είχε γίνει πρόσφατα δεκτή η αίτησή τους για άσυλο. Οι γονείς θυμούνται πόσο χαρούμενη ήταν η Μαρία που θα πήγαινε να συναντήσει τη γιαγιά της στη Γερμανία και την έξαψή της που θα έμπαινε πρώτη φορά σε αεροπλάνο.
Γύρω στις 5 το απόγευμα, την ώρα που έτρωγε βραδινό η οικογένεια, η Μαρία είπε ότι δεν πεινάει και δεν έφαγε. Γύρω στις 8 το βράδυ ο πατέρας της προσπάθησε να της δώσει φαγητό, αρνήθηκε και πάλι. Την άλλη μέρα ξύπνησε γύρω στις 10 το πρωί και άρχισε να κάνει εμετό. Η μητέρα της την πήγε στο ιατρείο της δομής. «Πήγα μέσα στη γιατρό, την κάθισα πάνω στην καρέκλα, τα μάτια της από κάτω άρχισαν να γίνονται μπλε», λέει.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία των γονιών, η γιατρός μιλούσε στο κινητό και δεν σηκώθηκε από το γραφείο της για να εξετάσει το παιδί ούτε διέκοψε το τηλεφώνημα. Με τη βοήθεια της δεύτερης γιατρού της δομής, η οποία έχει παλαιστινιακή καταγωγή και την κάλεσαν να μεταφράζει, καθώς διερμηνείς δεν υπήρχαν, η γιατρός άκουσε από τους γονείς τα συμπτώματα της μικρής και τους έδωσε τέσσερα φακελάκια με αντιδιαρροϊκό σκεύασμα για να της δίνουν ένα το πρωί και ένα το βράδυ. «Μέχρι αύριο θα γίνει καλά», τους είπε.
Επέστρεψαν στον χώρο τους και της έδωσαν το ένα φακελάκι, αλλά η κατάστασή της επιδεινώθηκε. Κρύωνε ακόμα και τυλιγμένη στην κουβέρτα, την ένιωθες παγωμένη ενώ έσταζε ιδρώτα, και άρχισε να γίνεται μπλε σταδιακά από το αριστερό μέρος του κεφαλιού μέχρι και το αριστερό της χέρι. Δοκίμασαν να τη βάλουν να περπατήσει αλλά δεν τα κατάφερνε, έπεφτε.
«Μια χαρά είναι…»
Γύρω στις 3 το μεσημέρι, ο Ναμπίλ πανικόβλητος έτρεξε στην είσοδο της δομής να βρει τον υπάλληλο ασφαλείας και να του ζητήσει, χρησιμοποιώντας το κινητό του για μετάφραση, να καλέσει ασθενοφόρο. Ο υπάλληλος απάντησε πως δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα, του είπε να τρέξει να προλάβει το ιατρείο που έκλεινε στις 4. Μέσω της γιατρού με παλαιστινιακή καταγωγή, ο Ναμπίλ εξήγησε στην άλλη γιατρό ότι το παιδί χειροτέρευε και της περιέγραψε τα πολύ ανησυχητικά συμπτώματα. Αλλά η γιατρός επέμεινε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. «Αν αύριο δεν γίνει καλά, φέρτε τη να την πάμε. Εγώ καλά την είδα, μια χαρά θα είναι αύριο», είπε, σύμφωνα με τους γονείς.
Επέμεινε όμως και ο Ναμπίλ να έρθει αμέσως ασθενοφόρο να μεταφέρει το παιδί στο νοσοκομείο. «Αμα θες να πας στο νοσοκομείο, θα πας με δική σου ευθύνη, πάρε το λεωφορείο και πήγαινε. Αμα δεν τρέχει αίμα από το παιδί, ασθενοφόρο δεν έρχεται», του είπε η γιατρός, όπως λέει. Και τους έδωσε ένα χαρτί που, όπως προκύπτει από τη μετέπειτα ανακοίνωση του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ήταν παραπεμπτικό για το «Τζάνειο».
Στην είσοδο της δομής είναι αναρτημένο έγγραφο με τα λεωφορεία που παίρνει κανείς για να πάει στο νοσοκομείο. Αν σκανάρεις το QR code, εμφανίζονται στο κινητό σου το λεωφορείο και η διαδρομή σε χάρτη. Μέσα στον πανικό και τη βιασύνη και χωρίς να τους έχει εξηγήσει κανείς τι γράφει το παραπεμπτικό, ο Ναμπίλ σκάναρε το QR code και πήραν μαζί με τη σύζυγο και τη μικρή το λεωφορείο 860 που πηγαίνει στο Γενικό Κρατικό της Νίκαιας. Μέσα στο λεωφορείο, συνεπιβάτης ήταν η γιατρός παλαιστινιακής καταγωγής, που τους είπε ότι την ανησυχεί το ωχρό χρώμα της μικρής και τους είπε ότι έχουν κάνει λάθος λεωφορείο και πρέπει να αλλάξουν. Πήραν το 830, που κάνει την κυκλική διαδρομή Αγία Βαρβάρα – Κορυδαλλός, και κατέβηκαν κάπου όπου δεν φαινόταν νοσοκομείο. Ρώτησαν έναν διανομέα και τους είπε πως έχουν κάνει λάθος και πως για να πάνε στο «Τζάνειο» είναι καλύτερα να πάρουν ταξί γιατί αλλιώς θα μπλεχτούν.
«Σταμάτησα το ταξί και όταν σήκωσα το παιδί είδα τα μάτια της να γυρίζουν», λέει ο Ναμπίλ. «Ενιωθα ότι πέθαινε, αλλά είπα όχι, θα ζήσει, αποκλείεται. Μέχρι να μαζέψουμε το καρότσι να το βάλουμε στο ταξί και να μπούμε μέσα, το παιδί άρχισε να βγάζει ήχους, να δαγκώνει και μετά να ανοίγει πάλι το στόμα του. Θέλαμε 26 λεπτά μέχρι το νοσοκομείο σύμφωνα με το GPS. Είδα τα μάτια της μικρής να φεύγουν προς τα πίσω και γύρισα το κεφάλι, δεν την κοίταζα. Οταν φτάσαμε στο νοσοκομείο, την πήραν και έτρεχαν προς τα μέσα, δεν μας αφήσανε να μπούμε, τους βλέπαμε από το παράθυρο να της κάνουν μαλάξεις. Κάποια στιγμή βγήκαν και τους φώναξα: “Γιατί δεν της βάλατε ορό; Γιατί τη χτυπούσατε;” Μου είπαν “την έφερες πεθαμένη”. Είπαν ότι προσπαθούσαν 52 λεπτά να την επαναφέρουν στη ζωή αλλά δεν ανταποκρινόταν».
Το νοσοκομείο κάλεσε την αστυνομία, η ανάκριση κράτησε τρεις ώρες, επέμειναν ιδιαίτερα στο ζήτημα του ασθενοφόρου και στη φράση της γιατρού ότι αν δεν τρέχει αίμα δεν έρχεται ασθενοφόρο. «Ηταν και άλλοι μπροστά, έχω μάρτυρες, μπορούν να το επιβεβαιώσουν», λέει ο Ναμπίλ. «Είναι αλήθεια τόσο εύκολο σ’ αυτή τη χώρα να φύγει έτσι ένα παιδί; Ηταν τα πάντα για τη ζωή μας. Θέλουμε δικαιοσύνη, θέλουμε τιμωρία, να σωθούν τουλάχιστον τα άλλα τα παιδιά. Δεν του έδωσε σημασία η γιατρός, ένιωθα ότι υπήρχε ρατσισμός μέσα της, δεν το κοίταξε, δεν το εξέτασε. Αν το είχε κοιτάξει, θα είχε καταλάβει τι επρόκειτο να συμβεί», λέει ο Ναμπίλ.
«Οταν πέθανε η κόρη μου, έκλαιγα πέντε μέρες και δεν έτρωγα. Δεν το άντεχε το μυαλό μου πως ήταν τη μια στιγμή ζωντανή και την άλλη νεκρή. Θέλω να φτάσει το θέμα στη Δικαιοσύνη», λέει η Μάραμ, η μητέρα της μικρής. Δείχνει το φακελάκι με το αντιδιαρροϊκό που λέει ότι τους έδωσε η γιατρός στις 5 Δεκεμβρίου, τη μοιραία ημέρα. Στο φακελάκι αναγράφεται ημερομηνία λήξης ο περασμένος μήνας, ο Νοέμβριος του 2024. Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., σχηματίστηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος της παιδιάτρου της δομής, η οποία συνελήφθη και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερη με προφορική εντολή της Εισαγγελίας. Μέχρι χθες, η νεκροψία δεν είχε δοθεί στους γονείς.
Η άλλη κόρη
Δίπλα στο ζευγάρι είναι ξαπλωμένη η άλλη τους μικρή κόρη, η Μίρνα, που έχει πρόβλημα υγείας και το αντιμετωπίζει με αγωγή. Οταν ήταν μικρότερη η Μαρία, είχε πρόβλημα με το έντερο, έκανε εγχείρηση και από τότε ήταν καλά, όπως διαβεβαίωναν οι γιατροί. Οι γονείς λένε ότι το ιατρικό ιστορικό των δύο κοριτσιών το είχαν δώσει όταν έφτασαν στην Κω το φθινόπωρο από την Τουρκία, ενώ είχαν ενημερώσει αναλυτικά και το ιατρείο της δομής μέσω κοινωνικής λειτουργού, η οποία τους ζήτησε πλήρη φάκελο για να βγουν τα ταξιδιωτικά έγγραφα.
Δίπλα τους βρίσκεται ένας αδελφικός τους φίλος από τη Συρία, με τον οποίο ταξίδεψαν μαζί, ο Αλακάμ Ραμί, 23 ετών, που τους είχε συνοδέψει σε όλες τις επαφές με τους γιατρούς και το νοσοκομείο. «Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί του νοσοκομείου ήταν άψογοι. Με ρώτησαν τρεις φορές γιατί δεν καλέσαμε ασθενοφόρο. Με έβαλαν να τους πω αναλυτικά τη διαδρομή που είχαμε κάνει από τη δομή και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η μικρή πέθανε μέσα στο ταξί. Τώρα το παιδί πέθανε και δεν γυρίζει στη ζωή. Υπάρχουν όμως άλλα παιδιά. Αν δεν μιλήσουμε, μπορεί να γίνει το κακό σε άλλα παιδιά και θα μας τιμωρήσει ο Θεός. Εχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη της Ελλάδας. Ο,τι προβλέπει ο νόμος, μ’ αυτό θα είμαστε ικανοποιημένοι», λέει.
