Γνωρίζαμε για την κατάσταση της υγείας του, παρότι δεν είχε δημοσιοποιηθεί, ούτε ο ίδιος είχε αφήσει να τον καταβάλει. Απόδειξη πως στην, προ τεσσάρων μηνών, παρουσίαση του προγράμματος του Εθνικού Θεάτρου για την επόμενη χρονιά, σε σχετικό βίντεο για παράσταση στην οποία δεν συμμετείχε, ο ίδιος ήταν εκεί, να συνομιλήσει με τους ηθοποιούς. Γιατί ήθελε -κι ας μην ξέρει κανείς μας αν μπορούσε ή πόσο δύσκολο ήταν γι’ αυτόν. Κι ας φανερωνόταν στο πρόσωπο και στο σώμα του η ασθένεια. Τι κι αν ήταν φανερή; Τα μάτια του, οι κινήσεις των χεριών του, η φωνή του -όλα ήταν εκεί, ακόμα και μέσω βίντεο νιώθαμε τις δονήσεις τους κι ας βλέπαμε ταυτόχρονα πως ήταν φανερά καταβεβλημένος.
Αυτός ήταν ο Δημήτρης Ημελλος. ‘Η, μάλλον, αυτός ήταν. Αυτός, ο σπουδαίος ηθοποιός, ο άνθρωπος που όσοι συνεργάστηκαν μαζί του χθες έκλαιγαν για το «φευγιό» του, που, όσο κι αν είσαι προετοιμασμένος, ποτέ δεν το περιμένεις. Δακρυσμένη μας μίλησε και η Σόνια Λίζα Κέντερμαν, η σκηνοθέτιδα της βραβευμένης πολλάκις (κυρίως στο εξωτερικό, όπου βραβεύτηκε ακόμη και στα ιαπωνικά «Οσκαρ») ταινίας «Ο Ράφτης» (2020), που ήταν και η τελευταία κινηματογραφική ταινία στην οποία πρωταγωνίστησε ο Δημήτρης Ημελλος. «Δεν πρωταγωνίστησε απλώς», μας λέει η Σόνια. «Εγινε η ταινία και η ταινία έγινε ό,τι έγινε χάρη στον ίδιο. Εφερε την αισιοδοξία στην ταινία και στη ζωή μου. Αυτό θέλω να τονίσω: έφερε την αισιοδοξία στην ταινία (τόσο, που έγινε οργανικό κομμάτι της) και στη ζωή μου. Μόνο φως έφερνε. Μόνο».
Ετσι είναι: δεν είναι μόνο οι σκηνοθετικές οδηγίες, δεν είναι μόνο το κάδρο της κάμερας, δεν είναι μόνο το μέγεθος της θεατρικής σκηνής ή η σπουδαιότητα του κειμένου. Αν ο καλλιτέχνης, εν προκειμένω ηθοποιός αλλά και καλλιτέχνης με την έννοια που υπάρχει από την εποχή του Διαφωτισμού, δεν φέρει κάτι από την ψυχή και τη συνείδησή του, καλλιτεχνικό έργο υψηλό δεν γεννάται. Και δεν το λέμε συγκινησιακά επειδή αφορά τον εκλιπόντα, αλλά σχεδόν γραφειοκρατικά: ο Δημήτρης Ημελλος ήταν εκεί. Με έμφαση στο «ήταν». Υπήρχε ολόκληρος όπου ήταν και αυτό το «ολόκληρος» ήταν γεμάτο ανώτερες αξίες και ομορφιά. Φως, όπως πολύ χαρακτηριστικά είπε η Σόνια Λίζα Κέντερμαν.
Μπορεί ίσως το ευρύτερο κοινό να τον ξέρει από τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις (τελευταία από τον ρόλο του στο σίριαλ «Σασμός» ως αστυνόμος «Αντώνης Φραγκιαδάκης»), αλλά ένα πολύ μεγάλο μέρος τον γνωρίζαμε από το θεατρικό και κινηματογραφικό σανίδι. Ο ίδιος ήταν νησιώτης: θυμόμαστε, μετά από παραστάσεις στην Επίδαυρο ενώ συντρώγαμε, να το λέει κάθε φορά: «Οι νησιώτες έχουν ορίζοντα. Δεν κλείνει το μυαλό τους. Σπουδαίο πράγμα να έχεις τον ορίζοντα μέσα σου». Αυτά τα λόγια δεν είναι μόνο λόγια επαγγελματία καλλιτέχνη. Είναι λόγια πραγματικού διανοούμενου και ουσιαστικού συνανθρώπου. Γιατί δεν τα έλεγε για να τα πει, δεν έκανε ό,τι έκανε για να το κάνει. Και αυτό απεικονιζόταν και στη σκηνή και στον φακό και στην παρέα και σε όλα του.

Στις 12 Ιουνίου 1967 γεννήθηκε ο Δ. Ημελλος, με καταγωγή από τη Νάξο. Ενώ ήδη σπούδαζε στη Νομική Αθηνών, αποφάσισε να πάει και στο Θεατρικό Εργαστήρι του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Ακολούθησε η Δραματική Σχολή του Διομήδη Φωτιάδη. Και μετά συνέχισε κι άλλο τις σπουδές του, αυτή τη φορά στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Ακαδημία Θεατρικής Τέχνης της Μόσχας (ΓΚΙΤΙΣ), στο σκηνοθετικό τμήμα του Λεονίντ Εφίμοβιτς Χέιφιτς.
Οι θεατρικές παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε ήταν δεκάδες: Ιφιγένεια στη Χώρα των Ταύρων, Οιδίπους επί Κολωνώ, Ενας Υπέροχος Κερατάς, Πέρσες, Αντιγόνη, Φρεναπάτη, Νοσταλγός, Αγάπης Αγώνας Αγονος, Αυτό που δεν τελειώνει, Μήδεια, Μολιέρος, Ονειρο, Ο Ταρτούφος, Ο Ηλίθιος, Στο Βυθό, Το Υστατο Σήμερα, Ερωτόκριτος, Αμφιτρύων κ.ά. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου (με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Στάθη Λιβαθινό τότε).

Συνεργάστηκε στενά και με τον Λευτέρη Βογιατζή και μάλιστα σε οκτώ παραστάσεις. Δεν ζει φυσικά ο Βογιατζής, αλλά και πάλι θυμόμαστε τον σπουδαίο αυτό θεατράνθρωπο, μετά από παράσταση να μας λέει: «Δίχως τον Δημήτρη (σ.σ. Ημελλο) δεν θα είχα βγει ζωντανός από τις διαδρομές του μυαλού μου». Δεν την ξεχάσαμε αυτή την κουβέντα του και σαν το λέγαμε στον ίδιο, απλώς χαμογελούσε ελαφρά, μην θέλοντας να σχολιάσει διόλου τα λόγια του «δασκάλου» του, όπως αποκαλούσε τον Βογιατζή.
Ο ίδιος, ο πρώτος που πήρε ποτέ βραβείο Χορν, έλαβε πολλές ακόμα τιμητικές διακρίσεις: Βραβείο Δημήτρης Χορν, 2ο βραβείο Πρώτου Ανδρικού Ρόλου Περιοδικού Αθηνοράματος, τιμητική διάκριση διεθνούς ρεπερτορίου θεάτρου 2010 από την Ενωση Ελλήνων Κριτικών, βραβείο 2ου ανδρικού ρόλου από την Ακαδημία Κινηματογράφου.
Από το 1998 δίδασκε διαρκώς σε εθνικές, κρατικές και ιδιωτικές θεατρικές σχολές της Ελλάδας, ενώ έχει συμμετάσχει σε πάνω από 30 ελληνικές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, καθώς και σε τηλεοπτικές σειρές, όπως είπαμε.
Αναφέρουμε ενδεικτικά τις ταινίες: «Αλιόσα» του Θανάση Σκρούμπελου, «Beautiful people» και «Delivery» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Παρά λίγο, παρά πόντο, παρά τρίχα» της Στέλλας Θεοδωράκη, «Γλυκιά μνήμη» του Κυριάκου Κατζουράκη, «Bank Bang» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» του Σωτήρη Γκορίτσα, «Χρόνια Πολλά» του Χρήστου Γεωργίου, «Η δουλειά της» του Νίκου Labot, «Ράφτης» της Σόνια Λίζα Κέντερμαν. Δεν είναι, ίσως, τυχαίο πως ο γιος του Φοίβος ακολούθησε κινηματογραφικές σπουδές στη σκηνοθεσία.
Ο,τι κι αν πούμε κι αν δεν πούμε, ο Δημήτρης Ημελλος θα λείψει, για πολλούς λόγους και όχι μόνο από το καλλιτεχνικό στερέωμα.
