Πλησίαζε μεσημέρι των Φώτων. Δουλειές που να με κυνηγάνε ή να τις κυνηγάω δεν είχα. Κάτι πήρα να διαβάσω στο σπίτι… Αλλά ένας ήλιος μόρτης μου έκλεινε το μάτι. «Είσαι με τα καλά σου;..», μου έλεγε. «Αφήνεις τέτοιον ήλιο για διάβασμα;». Ηλιος είν’ αυτός, σκέφτηκα, έτσι και το βάλει πείσμα, γνώμη δεν του αλλάζεις… Αφησα το διάβασμα και πήρα το λεωφορείο. Τροκαντερό. Ολες οι στάσεις του Φαλήρου –δεν το γνωρίζουν, ίσως, οι νεότεροι, αλλά– πήραν τ’ όνομά τους από ομώνυμα κέντρα διασκέδασης που σήμερα, τα πιο πολλά, είναι παρελθόν: Τροκαντερό, Φλοίσβος, Μπάτης, Εντεμ (μόνο εν ζωή), Νεράιδα, Ζέφυρος…
Ημουν βέβαιος ότι στα καφενεία της μαρίνας του Φλοίσβου θα γινόταν το έλα να δεις από κόσμο. Πήρα καφέ για το χέρι από την αρχή. Περπάτησα τη μαρίνα, όπου όχι μόνο στα καφενεία, αλλά και στον περίπατο ο ήλιος είχε κάνει το… παστωμένο θαύμα του. Βγήκα στην προκυμαία του Φλοίσβου· παγκάκι δεν έβρισκες που να ’χες τον θεό μπάρμπα. Κατέληξα σε παγκάκι, μπροστά στη στάση του τραμ στον Φλοίσβο, όπου ήδη καθόταν ένας νεαρός. «Βλέπω, μου φέρατε και καφέ!» είπε ευγενικά και με χάρη. «Αν το ήξερα, θα έπαιρνα δύο!..» απάντησα. Ανταλλάξαμε ευχές για τον καινούργιο χρόνο. Και με τον καφέ μου, έπιασα να χαζεύω τα γυμνά κορμιά της παραλίας, βέβαιος ότι τα ντυμένα, Γενάρη μήνα, δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον.
Εξι ασώματες κεφαλές επί των υδάτων. Ενα ζευγάρι που έμπαινε… ανισορροπώντας σε χοντρά βότσαλα, ψαρομάλλης και κοκκινομάλλα. Ενα ακόμα ζευγάρι απλωμένο στον ήλιο, με θερινή ανεμελιά. Ακόμα ένα έπαιζε ρακέτες ακριβείας με ρυθμό –και ήχο– ρολογιού: τικ τακ, τικ τακ… Στο βάθος ένα σμήνος γλάροι/ιστιοφόρα έλαμναν κατά το λιμάνι… Τότε, ο νεαρός πλάι μου άνοιξε τον σάκο του. Εβγαλε ένα πακέτο μπισκότα. Το άνοιξε και μου το πρότεινε: «Με λένε Φώτη…» είπε.
