Η ταινία του Αμερικανού δημιουργού Σον Μπέικερ «Ανόρα», η οποία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες και συγκέντρωσε πέντε υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες (συμπεριλαμβανομένων αυτών για Καλύτερη Σκηνοθεσία, Καλύτερη Κωμωδία και Α’ Γυναικείου Ρόλου), μας κατέπληξε με τη νεανική της φρεσκάδα. Την είδα σε ειδική προβολή στο Σωματείο Σκηνοθετών στο Λος Αντζελες, όπου η ουρά των καλεσμένων πολιορκούσε το κτίριο με ανυπομονησία.
Μέσα στην αίθουσα, ο ενθουσιασμός ήταν απτός… Από το πρώτο πλάνο, σε ένα στριπ κλαμπ των προαστίων της Νέας Υόρκης, εισερχόμαστε σαν σε όνειρο στον αστραφτερό κόσμο των sex worker που επιστρατεύουν όλη τη θηλυκή τους γοητεία σαν αράχνες τυλίγοντας τους σεξουαλικά στερημένους άνδρες, αρπάζοντας τα χαρτονομίσματα από τα χέρια τους… Αφού περάσει από μια σειρά εξωτικών γυναικών, η κάμερα μένει πάνω στο πρόσωπο της Ανι (αργότερα μαθαίνουμε πως το όνομά της είναι υποκοριστικό του Ανόρα) που ερμηνεύει η Μάικι Μάντισον με ζέση, μαύρα μαλλιά πάνω σε αλαβάστρινους ώμους, αισθησιακά χείλη… Μένει εκεί πάνω στο φωτισμένο μπλε πρόσωπο του οποίου η ιστορία ξεκινά.
Ο Ιβάν (Mark Eydelshteyn), ένα μόλις ενήλικο αγόρι, επισκέπτεται το κλαμπ και ζητά ένα κορίτσι που μιλάει ρωσικά για να διασκεδάσει ενώ λείπουν οι ζάπλουτοι Ρώσοι γονείς του. Εκεί αρχίζει το ειδύλλιο μεταξύ Ιβάν και Ανι, η οποία ξέρει λίγα σπασμένα ρωσικά από τη γιαγιά της. Τους ακολουθούμε σε μια συναρπαστική περιπέτεια, εμποτισμένη με ξεκαρδιστικό χιούμορ που γεννιέται με οργανικό τρόπο από το πλησίασμα δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων – από τη μία η ανέχεια με δυνατό το κίνητρο της επιβίωσης, από την άλλη ο νεορωσικός πλούτος με μια έντονη αίσθηση ελευθερίας. Ανάμεσα στα φανταχτερά εμπορικά κέντρα, φτιαγμένα για τη διασκέδαση των πολλών, και το επίχρυσο «κάστρο» του Ιβάν στο Μπρούκλιν ανατέλλει μια αφελής συμπάθεια, την οποία οι δυο τους θα ήθελαν να δουν σαν αρχή μιας παντοτινής αγάπης, σαν τη στιγμή που η Σταχτοπούτα συνάντησε τον πρίγκιπά της… ειδικά αφού η έλξη επικυρώνεται με μπόλικο χρήμα και ένα ολόχρυσο δαχτυλίδι γάμου.
Φυσικά, το όνειρο των παιδιών δεν διαρκεί πολύ. Μόλις οι γονείς του Ιβάν το πάρουν πρέφα πως ο γιος τους παντρεύτηκε μια «πόρνη» στο Λας Βέγκας, στέλνουν αμέσως τον Τόρος (Karren Karagulian), τον Αρμένη νονό του μικρού, να «καθαρίσει» μαζί με δύο μπράβους, έναν Αρμένη (Vache Tovmaysan) και έναν Ρώσο (Yura Borisov). Από αυτό το σημείο κι έπειτα η ταινία αλλάζει κατεύθυνση, ενώ ο Ιβάν, για να αποφύγει τη σύγκρουση με τους γονείς του, το σκάει αφήνοντας τη νεόνυμφη Ανι να αντιμετωπίσει τρεις άνδρες που θέλουν να την ξεφορτωθούν. Το σασπένς της υπόθεσης και ο ρωσο-αμερικανικός αχταρμάς τείνουν στην κωμωδία, γιατί –ευτυχώς– ο Μπέικερ δεν καταφεύγει ποτέ σε θανατερή βία. Επίσης υπέρ του σκηνοθέτη και της ταινίας γενικά είναι το γεγονός ότι είναι πειστικές οι προφορές και οι συμπεριφορές των χαρακτήρων αφού και οι ηθοποιοί είναι Ρώσοι και Αρμένιοι, προσδίδοντας έτσι μια αίσθηση γνησιότητας.
Οι δύο νέοι Ρώσοι ηθοποιοί που παίζουν τον Ιβάν και τον Ιγκορ αντίστοιχα χαρίζουν ξεχωριστή ζωντάνια στους ρόλους τους αφού και για αυτούς το «Ανόρα» ήταν μια θαυμαστή εμπειρία. «Πρώτα από όλα ήταν η πρώτη μου φορά στην Αμερική», είπε ο Yura Borisov που παίζει τον Ιγκορ, τον ευαίσθητο μικροεγκληματία ο οποίος ερωτεύεται την Ανι από την πρώτη στιγμή (και τον οποίο έχουμε δει το 2021 στη φινλανδική ταινία Compartment No. 6), σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου. «Αισθανόμουν όπως ακριβώς και ο Ιγκορ στην ταινία… Πού βρίσκομαι;» (γέλια) «Το ίδιο και για μένα» πρόσθεσε ο Mark Eydelshteyn (Ιβάν). «Ολα ήταν άγνωστα για μένα κι αισθανόμουν ότι πρέπει να βρω τη θέση μου μέσα σε αυτή τη νέα κουλτούρα. Ημουν σαν παιδί μέσα σε έναν τεράστιο κόσμο. Ηταν πιο εύκολο για μένα να επικοινωνώ με τους άλλους σαν να ήμουν παιδί. Αυτό βοήθησε όμως και στην ερμηνεία του χαρακτήρα μου. Γιατί και για τον Ιβάν ισχύει το ίδιο: Είναι πιο εύκολο για αυτόν να κρυφτεί από τον κόσμο από τη θέση του παιδιού».
«Είμαι ερωτευμένος με το καστ, πρέπει να το ομολογήσω», γέλασε ο Μπέικερ.
Πέρα από το γεγονός ότι το «Ανόρα» εισήγαγε τον Borisov και τον Eydelshteyn στον αμερικανικό κινηματογράφο, ο ρόλος της Ανι ήταν καθοριστικός για τη Μάικι Μάντισον. «Ηθελα να τη γνωρίσω και να την καταλάβω», είπε η ηθοποιός για τον ρόλο της. «Η Ανι ήταν φυσικά πολύ διαφορετική από μένα κι έτσι χρειάστηκε να μάθω ό,τι μπορούσα για αυτήν… Μίλησα με γυναίκες που με βοήθησαν να χειριστώ τον ρόλο με ειλικρίνεια. Πάντως, το ότι μεταμορφώθηκα σε “Ανι” ήταν τελικά πολύ διασκεδαστικό, ειδικά επειδή ένα μεγάλο μέρος του ρόλου απαιτούσε έντονη σωματική εξάσκηση».
Δεν υπάρχει τίποτα κυνικό σ’ αυτήν την κωμωδία. Με αναφορές, εξάλλου, σε ρομαντικές κωμωδίες και φάρσες της δεκαετίας του 1980, ο Μπέικερ αναζήτησε τις ρίζες της ταινίας του στην «παλιά σχολή» του κινηματογράφου. Οπως είπε ο ίδιος: «Παρατηρώ, κατόπιν εορτής, ότι πολλές από τις επιρροές μου ήταν υποσυνείδητες, όπως για παράδειγμα τα έργα “Coming to America” του Τζον Λάντις και “Married to the mob” του Τζόναθαν Ντέμι. Νομίζω ότι μπορείτε να δείτε το DNA αυτών των ταινιών στο “Ανόρα”».
Τελικά, όμως, αυτό που μας κάνει να αγαπάμε το «Ανόρα» είναι η… αγάπη. «Είναι φανερό ότι κάνουμε χρήση του στιλ της ρομαντικής κωμωδίας, ειδικά στην αρχή πριν γίνει ο χαμός στην ταινία» είπε ο σκηνοθέτης. «Πολλοί θεατές με έχουν ρωτήσει αν η Ανι ήταν ερωτευμένη με τον Ιβάν. Η απάντησή μου είναι… μάλλον όχι. Ωστόσο για μένα η Ανι είναι ένας χαρακτήρας με αρκετή συνείδηση ώστε να αναγνωρίζει ότι η σχέση της με τον Ιβάν έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε αγάπη. Για αυτόν τον λόγο ο γάμος της με τον Ιβάν είναι πραγματικός. Κι εγώ συμφωνώ με την Ανι σε αυτό το σημείο. Η αγάπη δεν έχει ακόμα ανθίσει εκατό τοις εκατό αλλά η δυνατότητα είναι παρούσα».
Ωστόσο, η ταινία δεν περιορίζεται μόνο στη «δυνατότητα» της αγάπης. Στο τέλος της ταινίας, αφού έχουν αναστραφεί οι ρόλοι και όλη η λάμψη των στρας της Ανι και του χρυσού του Ιβάν χάνεται, στη θέση τους μένει μια άλλη Ανι, γυμνή και άδεια, δίπλα σε ένα άλλο τοπίο. Εκεί, μέσα στην ησυχία και το χιόνι, ανθίζει η αγάπη.
