ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο πρώτο μυθιστόρημα της Ιωάννας Ντούμπρου (Βορινή παραλία), η πρωταγωνίστρια εμφανίζεται απρόθυμη να αφεθεί στη μαγεία του εξωτικού ταξιδιού που πραγματοποιεί και παραμένει καθηλωμένη στον ρόλο και στη θέση του τουρίστα και του απλού θεατή. Στο Αρκτικός, το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως, μια ηλικιωμένη γυναίκα, υπερνικώντας αδυναμίες, ενδοιασμούς και φόβους, ταξιδεύει με ένα πυρηνικό παγοθραυστικό, χωρίς να μετανιώνει για το υπέρογκο χρηματικό ποσό που δαπάνησε και χωρίς να την απασχολεί η πιθανότητα να μην καταφέρει να επιστρέψει σώα.

Υπερβαίνοντας τις αντοχές της και ισορροπώντας ανάμεσα στην κινητικότητα, την εξωστρέφεια και την εγρήγορση που επιτάσσει αλλά και προσφέρει το ταξίδι, και την ακινησία και την αυτοσυγκέντρωση που εκ των πραγμάτων απαιτεί και προϋποθέτει η καταγραφή του, δοκιμάζει έντονα συναισθήματα και αποδέχεται το καινούργιο μέσα από μια ευνοϊκότερη και καλύτερα επεξεργασμένη άποψη για το παρελθόν και το τώρα. Στην περίπτωσή της, και οι δύο αυτές δραστηριότητες (της εξωτερικής δράσης και της συγγραφής), ωθώντας την σε μια διαρκή εσωτερική αναταραχή, παρά τις διαφορές τους, δεν αναιρούν ούτε και αναστέλλουν η μία την άλλη, αλλά αντίθετα, στοχεύοντας τον πυρήνα της, αναπτύσσουν και εδραιώνουν μέσα της έναν στοχαστικό, συχνά αυτοσαρκαστικό και ευχάριστα παιγνιώδη λόγο. Εναν λόγο που απορρέει και ταυτόχρονα δίνει μορφή σε μια πλούσια γκάμα βιωματικών εμπειριών καθιστώντας το υποκείμενό του άξιο να διακρίνει το ιδιαίτερο και το σημαντικό, όχι μόνο στο πρωτόγνωρο αλλά και στο γνώριμο.

Τόσο το ίδιο το ταξίδι όσο και η προσπάθεια περιγραφής του σε ένα ημερολόγιο οξύνουν το μυαλό, την παρατηρητικότητα και τη φαντασία της αφηγήτριας, προκαλώντας την να αντικρίσει με άλλο μάτι τον κόσμο που αυτό της παρουσιάζει, επαναξιολογώντας τα όσα μέχρι πρότινος αμφισβητούσε, απέρριπτε ή, αδιαφορώντας γι’ αυτά, τα έπαιρνε ως δεδομένα. Αλλωστε, όπως εξ αρχής δηλώνει, πολλά χρόνια πριν, είχε μάθει να ζει σε μια ανάλογη κατάσταση έντασης και ψυχικής ευφορίας, που οφείλονταν στην ομορφιά των στιγμών και των απλών πραγμάτων∙ μια ευφορία αλλά και μια μοναχικότητα που την έκαναν να αισθάνεται όπως «μια εξωγήινη που κάποιος την παράτησε στον πλανήτη έπειτα από μια μακρά περίοδο παραμονής στο γαλαξιακό σκοτάδι».

Δεκαετίες πριν αποφασίσει να διασχίσει τον Αρκτικό, αντιπαραβάλλοντας στην αδράνεια της συνήθειας το πάθος της περιέργειας, είχε συνειδητοποιήσει ότι και μόνο με τη γραφή ή την ανάγνωση ενός βιβλίου μπορούσε να δώσει άλλη διάσταση στην καθημερινότητα, να ταξιδέψει νοερά σε άλλες χώρες, στο παρελθόν ή στο μέλλον, να μπει στη θέση του άλλου, να γίνει για λίγο «ο άλλος» ή να προχωρήσει σε μια σκέψη που δεν την είχε ξανακάνει, να ανακαλύψει κάτι για τον εαυτό της ή για τους άλλους, που δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό, αφού: «Οι πόρτες των βιβλίων μοιάζουν άκακες, αλλά αν τις ανοίξεις δεν ξέρεις πού θα οδηγηθείς».

Στο ανά χείρας μυθιστόρημα, η Ντούμπρου καταφέρνει να αναδείξει με τρόπο δεξιοτεχνικό τη ζωντάνια και τη νοητική και συναισθηματική περιδίνηση της ηρωίδας της, καθώς και την τρυφερή ευθραυστότητα της σχέσης με τον επίσης ηλικιωμένο σύντροφό της, τον οποίο και παρασύρει στο ταξίδι αποδεικνύοντας ότι, ακόμη και στα εβδομήντα της, μια χαμηλών τόνων γυναίκα μπορεί να κάνει την ανατροπή, παραμένοντας, εκτός από σύζυγος, μια δυναμική εξερευνήτρια που φτιάχνει τις δικές της ράγες σε έναν λαβύρινθο-σπείρα.

Εμπλουτίζοντας την άρτια εξιστόρησή της με ασυνήθεις συλλογισμούς, άτυπα μικρά δοκίμια διανθισμένα με μύθους και αλήθειες για χαμένα παγοθραυστικά και πλοία-φαντάσματα, συγκλονιστικές παράπλευρες μικροϊστορίες ή σπάνια ντοκουμέντα και μαρτυρίες, όπως επίσης, ποικίλες διακειμενικές αναφορές, αποφθέγματα, αλληγορίες, όνειρα, σκέψεις για έργα τέχνης, μακρινούς πολιτισμούς, γλώσσες, ιδέες -και όλα αυτά με τέτοιο τρόπο ενσωματωμένα στον κύριο κορμό της αφήγησης ώστε να την καθιστούν περισσότερο αντικειμενική και σύνθετη χωρίς να τη διασπούν και να την αποπροσανατολίζουν- πείθει τον αναγνώστη ότι το ταξίδι δεν μπορεί να έχει το αποτέλεσμα που του αξίζει αν αυτός που το επιχειρεί μένει στην επιφάνεια. Αν όμως προχωρήσει πέρα από αυτή την επιφάνεια, ίσως μπορέσει να καταλάβει καλύτερα και -γιατί όχι- να βελτιώσει τον εαυτό του και εκείνα που τον συγκροτούν και τον καθορίζουν.