Αποδεικνύεται, για μια ακόμη φορά, με αφορμή τις εξελίξεις στην Ουκρανία, πως, όταν συμφέροντα ισχυρών κρατών υπαγορεύουν την εξωτερική πολιτική μιας χώρας, τότε η χώρα αυτή θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Διότι τα συμφέροντα των υποβολέων υπερβαίνουν τα εθνικά συμφέροντα και σε εμπλέκουν σε περιπέτειες πάνω από τις δυνάμεις σου. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε ότι, ενώ η χώρα μας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των νικητών και με τη Συνθήκη των Σεβρών οι σύμμαχοι εκπλήρωναν τους πλέον ακραίους πόθους μας, οδηγηθήκαμε στη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή.
Τώρα που ο Τραμπ εκλέχθηκε πρόεδρος των ΗΠΑ και ο καγκελάριος Σολτς, αναλογιζόμενος, προφανώς, εν όψει των επικείμενων εκλογών, τις συνέπειες των κυρώσεων κατά της Ρωσίας για τη γερμανική και την ευρωπαϊκή οικονομία αποκαθιστά τις γέφυρες με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο πρόεδρος Ζελένσκι αντιλήφθηκε ότι υπήρξε παίγνιο στις σκοπιμότητες της Δύσης; Μάλιστα, η απόφαση του προέδρου Μπάιντεν, δύο μόλις μήνες πριν από την αποχώρησή του, να επιτρέψει στο Κίεβο τη χρήση πυραύλων ATACMS για πλήγματα σε ρωσικό έδαφος, αν υλοποιηθεί, θα οδηγήσει σε κλιμάκωση του πολέμου, που θα αποδειχθεί φονικότερη για τον ουκρανικό λαό.
Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι ο πρόεδρος Ζελένσκι θα κληθεί μια μέρα από τον λαό της Ουκρανίας να λογοδοτήσει για τις απώλειες των δεκάδων χιλιάδων μαχητών αλλά και των αμάχων, για τα εκατομμύρια των προσφύγων που αναζήτησαν ασφάλεια σε χώρες της Ευρώπης, για την τεράστια καταστροφή στις υποδομές της χώρας αλλά και τον ακρωτηριασμό της. Διότι:
Πρώτον, από το 2014, οι συμφωνίες Μινσκ 1 και Μινσκ 2, που είχαν συνυπογραφεί από τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και είχαν εγκριθεί με ψήφισμα από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, προέβλεπαν: Την ειρήνευση μεταξύ των τότε αντιμαχόμενων, του Κιέβου και των ρωσόφωνων αυτονομιστών του Ντονμπάς, και τον τρόπο συνύπαρξής τους: Με τη χορήγηση μερικής αυτονομίας στους ρωσόφωνους και σεβασμό στην εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Σε τι περισσότερο προσδοκούσε ο πρόεδρος Ζελένσκι από τον πόλεμο, ακόμη κι αν αναδειχθεί νικήτρια η Ουκρανία;
Δεύτερον, την «1η Μαρτίου 2024, η Wall Street Journal δημοσίευσε άρθρο που αποκάλυπτε ότι στη συνάντηση που είχαν στην Κωνσταντινούπολη, αμέσως με την εισβολή της Ρωσίας, αντιπροσωπείες της Ρωσίας και της Ουκρανίας, είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 90% τερματισμός του πολέμου, που μεταξύ άλλων περιελάμβανε ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και αποκλεισμό της προσχωρήσεώς της στο ΝΑΤΟ. Αλλά όμως κάποια από τα κράτη της Συμμαχίας είχαν αντιρρήσεις και ο πόλεμος συνεχίζεται». (Καθημερινή 17/3/2024). Αυτό το επιβεβαίωσε και η Βικτόρια Νούλαντ, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ. Παραδέχθηκε ότι η ειρηνευτική συμφωνία Ουκρανίας – Ρωσίας, η οποία κόντευε να ολοκληρωθεί την άνοιξη του 2022, «κατέρρευσε», επειδή οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες δυτικές κυβερνήσεις πίεσαν την κυβέρνηση Ζελένσκι ότι δεν ήταν «καλή συμφωνία». Αμεσα, δηλαδή, μετά την εισβολή υπήρχε η δυνατότητα τερματισμού του πολέμου. Η συνέχισή του ποια συμφέροντα υπηρέτησε και υπηρετεί;
Εξωτερική πολιτική καθ’ υπαγόρευση των υποβολέων της ακολουθεί και η χώρα μας, γι’ αυτό είναι αντιφατική σε σημείο ώστε να διερωτάσαι πότε εναρμονίζεται με τα εθνικά συμφέροντα. Γι’ αυτό υπέστη τη Μικρασιατική καταστροφή, γι’ αυτό χάνεται ο ελληνισμός της Βόρειας Ηπείρου. Αυτή η συνεχής ένταση με την Τουρκία, αφενός, και η πλήρης ανοχή έναντι της Αλβανίας για την εθνική μειονότητα της Βόρειας Ηπείρου, αφετέρου, είναι αποτέλεσμα της εναρμόνισης της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας με την περιφερειακή πολιτική των κυρίαρχων δυνάμεων. Αυτό το «παιχνίδι» ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία με τα F -16 και τα F- 35, αντί της προσπάθειας των ΗΠΑ για ειρήνευση και όχι υπόθαλψη της ελληνοτουρκικής κρίσης με τον ανταγωνισμό εξοπλισμών, αποδεικνύει ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εξυπηρετείται από την ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες, ώστε να μπορεί να διεισδύει στην περιοχή.
Απόδειξη, η μετατροπή της πατρίδας μας σε απέραντη αμερικανική βάση, στο όνομα της προστασίας μας έναντι της τουρκικής απειλής. Το 1992, η χώρα μας, με αφορμή την επικείμενη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, είχε προβάλει το αίτημα των «ομοειδών περιπτώσεων» μεταξύ Β. Ηπείρου και Κοσόβου. Το Κόσοβο έχει καταστεί ανεξάρτητο κράτος, ενώ ο ελληνισμός της Β. Ηπείρου απομειούται και υφίσταται την ανθελληνική πολιτική των Τιράνων, χωρίς αντιδράσεις από την Αθήνα. Μάλιστα, η υπόθεση Μπελέρη υπήρξε το Βατερλό της ελληνικής διπλωματίας, με την εκλογή του εκλεγέντος δημάρχου της Χειμάρρας στο ευρωκοινοβούλιο. Υπέρμετρος πατριωτισμός προς Ανατολάς, πλήρης ανοχή προς Βορρά. Η χώρα μας αξιοποιείται από τα δυτικά συμφέροντα ως αιχμή του δόρατος έναντι της Τουρκίας, ενώ ταυτόχρονα, προς εκπλήρωση των σχεδιασμών ΗΠΑ και Ε.Ε. στα δυτικά Βαλκάνια, υφίσταται συνεχείς ταπεινώσεις από τα Τίρανα. Αντίθετα, μάλιστα, συναινεί στην ένταξη της Αλβανίας και του Κοσόβου στην Ε.Ε., κατ’ επιταγή της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών. Ποιες θα είναι οι συνέπειες όλων αυτών;
*Τ. αρχιμηχανικός ΟΣΕ, πολιτικός μηχανικός ΑΠΘ
