Με υποδειγματικές, δημοκρατικές διαδικασίες έγινε πριν από ενάμιση μήνα η επανεκλογή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και την περασμένη Κυριακή του νέου προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Οι νέες αυτές εξελίξεις στα δύο κόμματα και ειδικότερα το πολιτικό προφίλ των δύο προέδρων, σε συνδυασμό με τα όσα συμβαίνουν ανάμεσα στις τρεις (τουλάχιστον) «φυλές» της Ν.Δ., μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να ανοίξουν τον δρόμο για την εκθρόνιση της Ν.Δ. από την εξουσία.
Τα όσα συμβαίνουν στο κυβερνών κόμμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση των διαφόρων εκδοχών της Δεξιάς – Ακροδεξιάς που συνυπάρχουν σ’ αυτό το κόμμα και τις οποίες συγκρατεί η νομή της εξουσίας, μέχρις ότου κάποια στιγμή επαναληφθεί αυτό που συνέβη το 1993: να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές και να απολέσει την εξουσία. Εάν δεν συμβεί το παραπάνω, οι εκλογές θα διεξαχθούν στο τέλος της δεύτερης τετραετίας, αλλά η Ν.Δ. δεν θα μπορέσει να αποκτήσει αυτοδυναμία, δεδομένου ότι ποσοστό γύρω στο 40% είναι άπιαστο όνειρο. Για τον λόγο αυτό, άρχισαν πρόσφατα διαρροές για σενάρια αλλαγής του εκλογικού νόμου με διάφορα τεχνάσματα και την αύξηση του ορίου εισόδου ενός κόμματος στη Βουλή από το 3% στο 5% κατά το πρότυπο της Γερμανίας, δηλαδή, τον αποκλεισμό εκπροσώπησης ενός κόμματος που, με βάση τα έγκυρα ψηφοδέλτια των εκλογών του Μαΐου 2023, θα συγκέντρωνε 290.000 ψήφους. Ελπίζω να μην το τολμήσει.
Στην περίπτωση που η Ν.Δ. δεν θα προχωρήσει σε αλλαγή του εκλογικού νόμου και διατηρήσει την πρώτη θέση, αλλά με ποσοστό ανάλογο με εκείνο των ευρωεκλογών ή χαμηλότερο, αυτοδύναμη κυβέρνηση δεν μπορεί να σχηματίσει. Η μόνη δυνατότητα που θα έχει είναι να μοιραστεί την εξουσία με ένα ή δύο από τα ακροδεξιά κόμματα, ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θα το τολμήσει; Δεν αποκλείεται.
Με δεδομένο το καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα (το σημερινό ή κάποια παραλλαγή του), η πρόκληση που έχουν το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι: ένα από τα δύο κόμματα να αναδειχτεί πρώτο κόμμα για να πάρει τις κλεμμένες από άλλα κόμματα έδρες.
Μετά την τριχοτόμησή του, ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και με τον νέο του πρόεδρο, είναι αδύνατο να αναδειχτεί πρώτο κόμμα. Στην καλύτερη περίπτωση, στις εκλογές, όποτε αυτές θα διεξαχθούν, θα μπορούσε να είναι τρίτο κόμμα, αν: κατορθώσει να διατηρήσει μια ουσιαστική και όχι τυπική ενότητα, ο νέος πρόεδρός του συνεργαστεί με όλες τις τάσεις, δημιουργήσει μια Πολιτική Γραμματεία από μέλη τους και λειτουργήσει συλλογικά για να καταρτίσει ένα ρεαλιστικό και πειστικό στον λαό πρόγραμμα. Το ΠΑΣΟΚ είναι τώρα το μόνο κόμμα που μπορεί –υπό τις κυριότερες από τις παραπάνω προϋποθέσεις, τηρουμένων των αναλογιών και διαφορών από τον ΣΥΡΙΖΑ– να αναδειχτεί πρώτο κόμμα. Αποκλείεται, όμως, με δεδομένο το σημερινό πολιτικό σκηνικό, το ποσοστό που θα πάρει να είναι 40% ή 38%, ώστε με βάση τον σημερινό εκλογικό νόμο να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Αν τα παραπάνω συμβούν, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι λογικό να επιδιώξει να επιτύχει το υψηλότερο δυνατό ποσοστό και να έλθει πρώτο το κόμμα του στις εκλογές, αλλά, αν το επιτύχει, πρέπει να επιδιώξει να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με άλλα κόμματα που θα είναι διατεθειμένα να συνεργαστούν μαζί του. Ποια μπορεί να είναι αυτά;
Το πρώτο από αυτά είναι, προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ με τον νέο πρόεδρό του, ο οποίος, φαντάζομαι, να το επιδιώξει τώρα μέσα στη Βουλή, με την πείρα που έχει από τη μέχρι τώρα πορεία του. Εξάλλου, έχει δώσει τέτοια δείγματα.
Το δεύτερο κόμμα είναι το νεοσύστατο της Νέας Αριστεράς, τα στελέχη της οποίας χάραξαν με το συνέδριό τους τη δική τους πορεία. Αν κατορθώσει να εισέλθει στη Βουλή και το απαιτούν τα αποτελέσματα των εκλογών, πιστεύω ότι θα είναι διατεθειμένο να συνεργαστεί στον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Υπάρχουν, όμως, δύο πολύ σημαντικές προϋποθέσεις και για τα τρία κόμματα –ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά– προκειμένου να επιτευχθεί η συνεργασία τους, παρά τις γνωστές διαφορές τους:
(α) Να μην εμφανίζονται, το καθένα, ως ο μοναδικός εκφραστής του προοδευτικού χώρου και
(β) να μην επιδίδονται σε αλληλοκατηγορίες.
Θα τα καταφέρουν; Μακάρι, διότι μόνο τότε θα μπορέσουν να εκθρονίσουν τη Ν.Δ. από την εξουσία.
Πρώην: αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
