Ξεκάθαρη θέση παίρνει, ακόμα μία φορά, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) για τον τεμαχισμό των βυζαντινών αρχαιοτήτων που στέρησε διά παντός την αυθεντικότητα του συνόλου όχι μόνο από την πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά κι από την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Από την αρχή είχε ταχθεί υπέρ της διατήρησης των αρχαιοτήτων, είχε υπεραπιστεί την εφικτή λύση «και αρχαιότητες και μετρό», είχε ενώσει τη φωνή της με επιστημονικούς φορείς, εθνικής και παγκόσμιας εμβέλειας, όταν περισσότεροι από 500 επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό είχαν εναντιωθεί στην επιλογή της κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου με την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων.
Η ανακοίνωση, που έστειλε χθες η ΕΛΛΕΤ, ομολογεί μεγάλες αλήθειες, ασκεί κριτική στην πολιτική που εφαρμόστηκε, αποδομεί τα επιχειρήματα που επαναδιατυπώνονται με αφορμή τα προσεχή εγκαίνια του έργου και δεν συμμερίζεται ουδόλως τους πανηγυρισμούς και το αφήγημα που επιχειρεί να στήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η Ελληνικό Μετρό Α.Ε.
Θυμίζει ότι ο πρωθυπουργός «πραξικοπηματικά» το 2019, χωρίς καν το θέμα να έρθει με αναπομπή στη συνεδρίαση του ΚΑΣ, είχε αποφανθεί ότι θα εφαρμοστεί η απόσπαση των αρχαιοτήτων, παρότι είχε δρομολογηθεί η λύση της κατά χώρα διατήρησής τους. Μια εμμονή που έχει απαντήσεις.
«…Ενας σταθμός μετρό σε λειτουργία με τις αρχαιότητες ανέπαφες, “ο βυζαντινός αστικός ιστός ανέπαφος μέσα στον σύγχρονο ιστό της πόλης” θα μπορούσε να είναι το σύνθημα, η πραγματική καινοτομία στο έργο. Επιλογή που θα έδινε τη δυνατότητα της μελλοντικής ενοποίησής του με τον υπόλοιπο βυζαντινό αστικό ιστό, καλά κρυμμένο και προστατευμένο στα σπλάχνα της πόλης, δυνατή κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Αξιζε εν τέλει η θυσία; Ας προβληματιστούμε και ας μην πανηγυρίζουμε», καταλήγει η ανακοίνωση της ΕΛΛΕΤ.
Σημειώνει, δε, «…η απώλεια της αυθεντικότητας είναι οριστική. Το επιχείρημα του κατασκευαστή ότι “κανείς δεν θα καταλάβει ότι κουνήθηκαν τα έργα” προκαλεί και υποτιμά την επιστημονική κοινότητα και τους επισκέπτες».
Η ΕΛΛΕΤ χαιρετίζει κατ’ αρχάς την ολοκλήρωση του έργου, μετά από 18 χρόνια, ωστόσο σημειώνει ότι «η κεντρική λεωφόρος, Decumanus Maximus, με τον Cardo, στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, στοές, πλατείες και ποικίλα κτίσματα, κυρίως εργαστήρια και εμπορικά καταστήματα, αποτελούν μοναδικές αρχαιότητες της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής εποχής που δεν έχουν βρεθεί ούτε στην Κωνσταντινούπολη ούτε στη Ρώμη!», όπως έχουν τονίσει οι ειδικοί από το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS), EUROPA NOSTRA, Διεθνής Ενωση Βυζαντινών Σπουδών κ.ά.
Επιχείρηση δημιουργίας νέου αφηγήματος και κλίματος ενθουσιασμού…
«Το πανηγυρικό κλίμα για την επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων και δηλώσεις όπως “Διασώζουμε και αναδεικνύουμε τα τεκμήρια της μακράς ιστορικής διαχρονίας της πόλης –από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο μέχρι τους τελευταίους αιώνες– με πρωτοπόρες και καινοτόμες λύσεις, αξιοποιώντας σύγχρονες τεχνικές και τεχνολογίες» και χαρακτηρισμοί του τύπου ο “πιο όμορφος σταθμός μετρό στον κόσμο”, “καταπληκτικό αποτέλεσμα”, “ένα πραγματικό μουσείο” επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα κλίμα αποδοχής και ενθουσιασμού, όπου η όποια κριτική να φαντάζει μίζερη και κακοπροαίρετη.
»Δηλώσεις επίσης του τύπου “Η πολιτιστική κληρονομιά δεν φαλκιδεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας μας” και “Με απόλυτο σεβασμό στο θεσμικό πλαίσιο και στον αρχαιολογικό νόμο, αλλά και στις ανάγκες της Θεσσαλονίκης και των κατοίκων της” έχουν ως στόχο να δημιουργήσουν ένα νέο αφήγημα, όπου η όποια άλλη λύση θα ήταν σε βάρος της αναπτυξιακής προοπτικής της Θεσσαλονίκης. Στο αφήγημα αυτό, όσοι αντέδρασαν και προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, μεταξύ των οποίων και η ΕΛΛΕΤ, η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, η ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς και 6 Σύλλογοι του υπουργείου Πολιτισμού, χαρακτηρίστηκαν ως “επαγγελματίες ευαίσθητοι”, μια μικρή μειοψηφία, που από ιδεοληψία αντιμάχεται την κατασκευή του μετρό, όπου οι αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου ήταν το μέσο».
Η ανακοίνωση σημειώνει ότι η τεράστια καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της κατασκευής «οφείλεται και έχει δημόσια αναγνωριστεί στην “έλλειψη τεχνικής εμπειρίας, ανεπάρκειας, οικονομικής αδυναμίας και εσωτερικών προβλημάτων” των εταιρειών που ανέλαβαν την κατασκευή στο παρελθόν, με αποτέλεσμα τη διακοπή εργασιών για χρόνια.
»Υπενθυμίζουμε ότι η κατασκευή του σταθμού Βενιζέλου με την κατά χώρα διατήρηση των αρχαιοτήτων ήταν σε εξέλιξη και διακόπηκε με απόφαση του πρωθυπουργού τον Σεπτέμβριο του 2019, απόφαση που εκ των υστέρων επικύρωσε το ΚΑΣ και οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, με ζητούμενο τη λειτουργία του μετρό ταυτόχρονα με τον σταθμό Βενιζέλου τον Απρίλιο του 2023 και επιχειρήματα το μη εφικτό της κατασκευής με τις αρχαιότητες στη θέση τους, το οικονομικότερο και ταχύτερο της κατασκευής».
Η ανακοίνωση της ΕΛΛΕΤ θυμίζει επίσης συνέντευξη του διευθύνοντος συμβούλου της κατασκευάστριας εταιρείας τον Φεβρουάριο του 2019 που έλεγε: «Το έργο ήταν εντός χρονοδιαγράμματος […] προέβλεπε την ολοκλήρωση της βασικής γραμμής στις 30-11-2020, χωρίς τον σταθμό Βενιζέλου. Αρα η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να έχει μετρό, έστω και “κολοβό” όπως χαρακτηρίστηκε, από το τέλος του 2020, με τα τεράστια οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη και την κυκλοφοριακή αποσυμφόρηση του κέντρου. Η αλλαγή τεχνικής λύσης εκτίναξε το κόστος του έργου στα ύψη, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμα το τελικό ποσό της δαπάνης κατασκευής του σταθμού, συμπεριλαμβανομένης της απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων. Δαπάνη που μετά το τέλος του 2023 αντιμετωπίζεται αποκλειστικά από εθνικούς πόρους».
Στο ίδιο πνεύμα ήταν και το πρόσφατο άρθρο του Αγγελου Χανιώτη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» ως απάντηση στο άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Ημείς και οι αρχαιότητες» (8.9.2024). «Η ζημιά έγινε. Δεν μετανιώνω που ένωσα τη φωνή με εκείνη όσων προσπάθησαν ανεπιτυχώς να την αποτρέψουν», γράφει ο καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον και απαντά στον Θεοδωρόπουλο που «εγκαλεί όσους υποστήριξαν τη μη απόσπαση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι δεν ήταν κάποιοι εξ επαγγέλματος ακτιβιστές, αλλά διαπρεπείς βυζαντινολόγοι, αρχαιολόγοι και μηχανικοί και φορείς όπως η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) και η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, θεωρεί δεδομένο ότι ποτέ δεν είδαν τις ανεσκαμμένες αρχαιότητες στις οποίες αφιέρωσαν το υποκριτικό ενδιαφέρον τους και τους λοιδορεί επειδή, αντί να κάνουν δηλώσεις μετανοίας για το σφάλμα τους, σιγούν τώρα που οι αρχαιότητες τοποθετήθηκαν στον σταθμό τρία χρόνια μετά από την απόσπασή τους», επεσήμαινε μεταξύ άλλων ο Αγγελος Χανιώτης.
