Ηταν αρχές της δεκαετίας του 2000. Περιμέναμε Κυριακή βράδυ ένα πλοίο επιστροφής από κοντινό νησί. Οταν επιτέλους ήρθε, με μεγάλη καθυστέρηση, οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν σαν τρελοί για να πιάσουν θέση. Και ήταν πολλοί. Είπαμε, δεν πειράζει, ας πάμε όρθιοι. Δεν τρέχουμε. Αλλά όταν μπήκαμε, τριάντα μέτρα πιο πέρα, βλέπουμε μια σειρά δεκαπέντε καθισμάτων που σχημάτιζαν ένα «γάμα», οι δεκατέσσερις από τις οποίες ήταν ελεύθερες. Στη μόνη πιασμένη, καθόταν ένας συνάνθρωπος… μαύρος.
Τη δεκαετία του ’90, που ξεκίνησαν τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα λόγω της πτώσης των κομμουνιστικών καθεστώτων, πρώτα ήρθαν οι Πολωνοί και έμειναν λίγο. Μετά ήρθαν οι Αλβανοί, με διάθεση να μείνουν πολύ. Η μισή Αλβανία άδειασε με προορισμό την Ιταλία και την Ελλάδα. Οι αφρικανικής καταγωγής μετανάστες ήρθαν σε αξιόλογους αριθμούς αρκετά αργότερα, κάτι που εξηγεί την έλλειψη εξοικείωσης -για να το πούμε κομψά- στο πλοίο. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Ωστόσο ο βαθύς ρατσισμός παραμένει ανυποχώρητος σε υψηλά ποσοστά, ιδίως στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Ο ρατσισμός όμως δεν είναι μόνο κοινωνικός, είναι και κρατικός. Ετσι από τους περίπου 700.000 νόμιμους Αλβανούς μετανάστες που υπήρχαν άλλοτε, σήμερα έχουν απομείνει κάπου 270.000. Οι παλιοί δεν έχουν ακόμη πάρει ελληνική υπηκοότητα, παίρνουν μόνο τα παιδιά τους. Αλλά πέρα από τους ποινικούς της εποχής, υπάρχει η συντριπτική πλειονότητα που πέρασε όλη της την παραγωγική ζωή εδώ κάνοντας δύο και τρεις δουλειές, χωρίς ένσημα, με μικρές αμοιβές και μεροκάματα. Είναι αυτοί που έχτισαν τα σπίτια, που αναζωογόνησαν χωριά και σχολεία, φρόντισαν κήπους και χωράφια, καθάρισαν διαμερίσματα, περιέθαλψαν ηλικιωμένους. Και που πρόκοψαν, εξελισσόμενοι συχνά σε δεινούς μάστορες αλλά και σε μαγαζάτορες, επιχειρηματίες. Οι περισσότεροι είχαν έρθει με απολύτως ειρηνική και θετική διάθεση, μέχρι και που αλλαξοπίστησαν αρκετοί – ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο;
Η Ελλάδα όμως, όχι μόνο δεν αναγνώρισε, ως όφειλε, δημόσια την προσφορά τους, αλλά αρνείται επίμονα να δώσει και την ιθαγένεια. Και στην καθημερινότητά τους οι άνθρωποι αυτοί συνεχίζουν να δέχονται τις ρατσιστικές παρατηρήσεις διαφόρων μικρονοϊκών, χωρίς να αντιδρούν.
Δικαίως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να πληρωθεί και το τίμημα. Ζώντας η χώρα σε παρατεταμένη και βαθιά οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση, σε κρίση αξιών και προσανατολισμού, διώχνει ένα από τα πιο ζωντανά της κύτταρα. Δεν χάνει μόνο τη νεολαία της γενικά, χάνει και την αλβανικής καταγωγής νεολαία. Οι περισσότεροι από τους μεσήλικες Αλβανούς πολίτες, που πέρασαν τη μισή τους ζωή στην Ελλάδα, δεν θα λάβουν ποτέ όχι μόνο υπηκοότητα, αλλά ούτε καν σύνταξη – πώς να έκαναν αυτασφάλιση σε τόσο δύσκολα χρόνια; Και τα παιδιά τους, που έχουν υπηκοότητα, τα ωθούν να φύγουν σε άλλες χώρες, μιμούμενα τα παιδιά των Ελλήνων. Κάλλιο νοσοκόμα στην Ιρλανδία και γκαρσόνι στο Αμστερνταμ. Κάποιοι βέβαια, θα γελούν χαιρέκακα στον καθρέφτη. Ισως αν τα καταφέρουμε να φτωχύνουμε περισσότερο και από την Αφρική, να φύγουν και οι μαύροι.
