Στα παλιά τους τα παπούτσια φαίνεται να γράφουν οι μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας τις κινήσεις του Βερολίνου για απεξάρτηση από την Κίνα. Η γερμανική κυβέρνηση διεμήνυσε πέρσι ότι πέραν της Ρωσίας η οικονομία της είναι υπερβολικά εξαρτημένη και από προϊόντα, πρώτες ύλες και εξαρτήματα που εισάγονται από την Κίνα και είναι καθοριστικής σημασίας για την επανεκκίνηση της υποτονικής δραστηριότητας μετά την πανδημία COVID-19.
Ο καγκελάριος Ολαφ Σολτς, που προσαρτάται όλο και πιο σφικτά στο «άρμα των ΗΠΑ», δεν δίστασε κάποια στιγμή να χαρακτηρίσει την Κίνα «συστημικό αντίπαλο», συνυπογράφοντας περσινή έκκληση της G7 για μείωση των κινδύνων που απορρέουν από τις επεκτατικές πολιτικές του Πεκίνου και τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Το μήνυμα που επιχείρησε να στείλει προς το Πεκίνο ήταν ότι το δόγμα «μπίζνες υπεράνω όλων», που χαρακτήρισε την εποχή Μέρκελ, έχει πια τελειώσει και πλέον στη θέση του αναδύεται ο στρατηγικός ανταγωνισμός.
Ωστόσο τη ρητορική αποσύνδεσης από τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ουδόλως φαίνεται να συμμερίζονται μέχρις στιγμής οι γερμανικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Bundesbank, οι γερμανικές άμεσες ξένες επενδύσεις στην Κίνα ενδέχεται να διπλασιαστούν φέτος εάν οι επιχειρήσεις συνεχίσουν να τοποθετούν κεφάλαια στην ασιατική χώρα με τον ρυθμό που το έκαναν στο πρώτο εξάμηνο.
Τα στοιχεία της γερμανικής κεντρικής τράπεζας έδειξαν συγκεκριμένα ότι από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο φέτος οι γερμανικές επιχειρήσεις επένδυσαν 7,28 δισ. ευρώ, 13% περισσότερα από το σύνολο του 2023. Οι ειδικοί τονίζουν ότι το χάσμα αυτό -μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας- οφείλεται κυρίως σε κάποιους επιλεγμένους κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα χημικά.
Οι τύχες της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένες με αυτές της Κίνας, καθώς στην αγορά της τελευταίας πωλείται κάθε χρόνο περίπου το 1/3 των νέων αυτοκινήτων που αυτή παράγει. Πέρσι παραδόθηκαν εκεί οχήματα αξίας 15,1 δισ. ευρώ και εξαρτήματα αξίας 11,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες εξάγουν και εκατοντάδες χιλιάδες οχήματα κινεζικής κατασκευής στην Ευρώπη.
Απροθυμία
Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες δεν είναι οι μόνες που δεν συμμερίζονται τη ρητορική της αποσύνδεσης. Σχετική έρευνα του Σινογερμανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, που δημοσιεύτηκε τον προηγούμενο μήνα διαπίστωσε ότι πάνω από τις μισές από τις 566 εταιρείες που εξετάστηκαν πέρσι τον Σεπτέμβριο σχεδίαζαν να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην Κίνα προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Στην ίδια περίοδο μόνο το 2% ανέφεραν ότι πωλούσαν τις δραστηριότητές τους στην Κίνα -μεταφέροντας μέρος της παραγωγής τους στην σε άλλες πολλά υποσχόμενες αναδυόμενες αγορές όπως το Βιετνάμ και η Ταϊλάνδη-, ενώ το 7% (διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με το 2020) δήλωσε ότι εξέταζε μια τέτοια κίνηση.
Η απροθυμία των γερμανικών επιχειρήσεων για έξοδο από την Κίνα αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες τους για το κόστος που θα υποστούν από μια τέτοια κίνηση. Πέρα από τα τεράστια κεφάλαια που θα χρειαστούν προκειμένου να εισέλθουν σε νέες αγορές, φεύγοντας από την πολυάνθρωπη χώρα οι γερμανικές εταιρείες θα απολέσουν και έναν μοναδικό συνδυασμό ευνοϊκών συνθηκών που παρέχει αυτή όπως το τεράστιο μέγεθος της αγοράς της, το εξαιρετικά εξειδικευμένο δίκτυο προμηθευτών, την πληθώρα καλά εκπαιδευμένων εργαζόμενων και το χαμηλό κόστος.
Η Κίνα -τονίζουν οι ειδικοί- δεν είναι Ρωσία, η οικονομική αλληλεξάρτηση είναι πολύ ισχυρότερη, η Γερμανία προμηθεύεται πρώτες ύλες και εξαρτήματα από αυτήν για τη βιομηχανική παραγωγή της. Οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν μπορούν απλώς να αγνοήσουν μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες καταναλωτικές αγορές στον κόσμο λόγω των αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων. Μεγάλοι Γερμανοί κατασκευαστές, όπως η Volkswagen, η BASF και η Siemens, συνεχίζουν να βλέπουν την Κίνα ως ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή τους.
Πράσινη τεχνολογία
Επίσης η έμφαση της Κίνας στην πράσινη τεχνολογία, τα ηλεκτρικά οχήματα και την ψηφιακή καινοτομία προσφέρει εύφορο έδαφος για συνεργασία και ανάπτυξη και πιθανότατα θα προσελκύσει περαιτέρω άμεσες ξένες επενδύσεις από γερμανικές εταιρείες, λένε οι ηγέτες των επιχειρήσεων.
Η μεγαλύτερη πρόκληση γι’ αυτούς -ειδικά όσων ηγούνται εταιρειών στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας και του μηχανολογικού εξοπλισμού- είναι ο έντονος ανταγωνισμός από τις κινεζικές εταιρείες. Για να διασφαλίσουν τα κεκτημένα είναι υποχρεωμένοι να εντείνουν τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη.
Το οξύμωρο είναι ότι καθώς οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις της Γερμανίας και της υπόλοιπης Δύσης με τη Κίνα οξύνονται όλο και πιο πολύ και οι αμερικανικές επιχειρήσεις αυξάνουν τις άμεσες επενδύσεις τους στην ασιατική χώρα.
Παρά τις προσπάθειες των κυβερνήσεων Τραμπ και Μπάιντεν να επιβραδύνουν την οικονομική επέκταση της Κίνας με εμπορικούς δασμούς και άλλα περιοριστικά μέτρα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις των ΗΠΑ προς αυτήν πέρσι αυξήθηκαν σχεδόν 4%, στα 127 δισ. δολάρια.
Από το 2018, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ «ξεκίνησε τον αγώνα» ανακοινώνοντας τους πρώτους δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών αγαθών στις ΗΠΑ, οι επενδύσεις των αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα καταγράφουν άνοδο 18%.
