ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παράσταση ήταν σίγουρα παράδοξη αλλά και άθλος για τη Στεφανία Γουλιώτη που είχε να τη φέρει εις πέρας ως «Βιρτζίνια»: μια ολιγόλεπτη σκηνή αποχωρισμού, παιγμένη ξανά και ξανά για ένα 24ωρο μέχρι να συμπληρωθούν 100 παρτενέρ «άντρες ή μη δυαδικά και queer άτομα, διαφορετικής ηλικίας, ιθαγένειας και επαγγέλματος» όπως πληροφορούσε η σχετική αγγελία συμμετοχής.

Ενα λιτά επιπλωμένο ροζ δωμάτιο με τη φωτεινή επιγραφή «Second Woman» μοιράζεται την κεντρική σκηνή της Στέγης με ένα πανί προβολής. Καθημερινά πρόσωπα που δήλωσαν άντρες, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσδιορισμού, λαϊκοί και διανοούμενοι, συντηρητικής, ανέμελης ή εναλλακτικής εμφάνισης, νεότατοι ή ωριμότεροι ηλικιακά (ανάμεσά τους και οι ηθοποιοί Μάκης Παπαδημητρίου, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Νίκος Καραθάνος, Γιώργος Χρυσοστόμου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, ο τραγουδιστής Πάνος Μουζουράκης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστης Ανδρεαδάκης κ.ά.) μπαίνουν στο δωμάτιο και ψιθυρίζουν κάτι στο αυτί της «Βιρτζίνια» με τα κατάξανθα καρέ μαλλιά, που είναι ντυμένη με μακρύ κόκκινο φόρεμα και έχει την πλάτη της γυρισμένη στην πόρτα. Δίπλα προβάλλονται ταυτόχρονα κοντινά πλάνα από τους πρωταγωνιστές και τις χειρονομίες τους με έμφαση στο πρόσωπο της ηρωίδας: μια επαναλαμβανόμενη κινηματογραφική σεκάνς που ζουμάρει μεταφέροντας τις μικρές ανεπαίσθητες εκφράσεις.

Λίγα λόγια

Ανταλλάσσουν το πολύ δέκα ατάκες. Ο εισερχόμενος ζητάει συγγνώμη που άργησε ή που συμπεριφέρθηκε άσχημα, με το «αλλά» του συνήθως να ρίχνει την ευθύνη στη γυναίκα που τον περίμενε. Εκείνη τον ρωτάει τι κάνει, τι σκέφτεται… Ανταποκρίνεται παραπάνω από θετικά όταν τη ρωτάει αν θέλει ένα ποτό. «Θέλω να σου πω κάτι» ξεκινά την κουβέντα η Βιρτζίνια. «Ηρθε το τέλος του κόσμου;» αναρωτιέται αυτός και αφού τον καθησυχάσει, αρχίζει την αυτοταπείνωση που λειτουργεί υπονομευτικά: «Δεν σου αξίζω», «δεν με βρίσκεις πια ενδιαφέρουσα», πετάει ατάκες πίνοντας το ποτό της κι ενώ ανοίγουν το έτοιμο φαγητό (νουντλς) που έχει φέρει αυτός, προ(σ)καλεί τον παρτενέρ της να τη διαψεύσει. Θα βάλει κι άλλο ποτό, θα καθίσει για να σκαλίσει τη στάχτη: «Ποτέ δεν με έβρισκες και πολύ έξυπνη, έτσι δεν είναι;» θα πετάξει και πάλι το μπαλάκι, αφήνοντας τον σύντροφό της να καλύψει το χαμένο έδαφος. «Απλά είσαι αρκετά περίπλοκη» είναι η συνηθισμένη απάντηση, για να συνεχιστεί η ναρκοθέτηση του εδάφους: «Δεν με θεωρείς αρκετή, εγώ το μόνο που ήθελα είναι να είμαι αρκετή» λέει η Βιρτζίνια. «Και αρκετά καλή είσαι, και έξυπνη και όμορφη» απαντά εκείνος και τότε εκείνη πετάει ένα «και σ’ αγαπώ». Εκφραση συναισθήματος ή τον συμπληρώνει; «Ναι, με αγαπάς όντως» της απαντάει αυτάρεσκα σε αυτόν τον διάλογο ο οποίος προέρχεται αυτούσιος από την ταινία του 1977 «Νύχτα πρεμιέρας» του Τζον Κασσαβέτη, με την Τζίνα Ρόουλαντς στον ρόλο της διάσημης ηθοποιού Μιρτλ Γκόρντον, που θα πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό «The Second Woman». Αυτονόητες οι συνδέσεις και οι συνειρμοί.

Πίσω στη σκηνή της Στέγης, λίγο μετά η Βιρτζίνια «λούζει» τον παρτενέρ της με τα νουντλς, σηκώνεται και βάζει μουσική, το «Taste your love» των Aura, με γυρισμένη την πλάτη για να ακολουθήσει κάτι σαν χορός, ένα άλλοτε ορμητικό σμίξιμο κι άλλοτε πιο τρυφερό. Μερικές φορές οι κινήσεις συντονίζονται κι άλλοτε θυμίζουν ερωτικούς σπασμούς ή απόπειρες διαφυγής και κυριαρχίας μέχρι που η Βιρτζίνια κλείνει τη μουσική, πηγαίνει στο φορητό μπαρ, ανοίγει το πορτοφόλι της και τείνοντας 50 ευρώ τού λέει ότι είναι καλύτερα να φύγει. Πώς αντέδρασαν οι διαδοχικοί παρτενέρ στη λούπα της σκηνής; Πολλοί πήραν τα χρήματα, μερικοί όμως δεν τα καταδέχτηκαν, της πέταξαν ένα «κι εγώ σ’ αγαπώ» ή «ποτέ δεν σ’ αγάπησα», άλλοτε επιθετικά κι άλλοτε συγκαταβατικά, κι αποχώρησαν από τη σκηνή.

Η ιδέα

Χωρίς πρόβες και χωρίς να επιτρέπει μια γνωριμία των συντελεστών μεταξύ τους πριν από την έξοδό τους στη σκηνή, το έργο, που συνέλαβαν και σκηνοθετούν οι Nατ Ράνταλ και Αννα Μπρέκον, σίγουρα επιχειρεί να ρίξει μια ερευνητική ματιά στις σχέσεις και τους ρόλους των φύλων, αφουγκράζεται τη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα σε αλλοπρόσαλλα και ανοίκεια ζευγάρια, γεννά ερωτήματα για την κοινωνική μας συμπεριφορά. Π.χ. κατά κανόνα οι άντρες παρτενέρ που έφεραν τα νουντλς ξεκίναγαν να τρώνε από το δικό τους κουτί χωρίς να της έχουν προσφέρει το δικό της. Ισότητα ή αγένεια; Ή άκουγαν αυτό το διφορούμενο «και σ’ αγαπώ» μασουλώντας –και όσο και αν αυτό οφειλόταν στην αμηχανία του ερασιτέχνη ή σε σκηνοθετική οδηγία, μόνο ένας από τους δεκάδες που παρακολουθήσαμε έβαλε ερωτηματικό στην αντίδρασή του «Ναι; Με αγαπάς; Οντως;», χωρίς ωστόσο αυτό να ανατρέψει τον ναρκισσισμό του.

Παρά την επανάληψη πάντως καμία σκηνή δεν ήταν ίδια με την άλλη. Διαφορετική κάθε φορά ήταν και η δυναμική και η χημεία ανάμεσα στο ζευγάρι, αποκαλύπτοντας πόσο πολύπλοκες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Εκείνο όμως που μας προβλημάτισε μέχρι τέλους ήταν η αντίδραση των παρτενέρ στην προσφορά χρημάτων ως ανταμοιβή για την αποχώρηση. Μόνο ένας αντέδρασε αμφισβητώντας τη χειρονομία: «Είσαι με τα καλά σου;» είπε στη Βιρτζίνια ο Νίκος Καραθάνος, που ήταν ο 100στός άντρας που βγήκε από το δωμάτιο ξεσηκώνοντας το κοινό. Το κοινό που αποθέωσε χειροκροτώντας όρθιο τη Στεφανία Γουλιώτη, η οποία κατάφερε να αντέξει την 24ωρη λούπα συνάντησης με το αναπάντεχο αποδεικνύοντας κάθε λεπτό και σε κάθε απρόσμενη συνάντηση πόσο σπουδαία ηθοποιός είναι. Κατάφερε ταυτόχρονα να αναζητήσει και να αναδείξει μέσα σε λίγα λεπτά πόσος πλούτος υπάρχει στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση κι αυτό με 100 διαφορετικά και άγνωστα άτομα στη σειρά.

Πέρα από τη χαρτογράφηση των λεπτών αισθημάτων και των ανεπαίσθητων εκείνων καταστάσεων που συνθέτουν τις σχέσεις, από την αμηχανία μέχρι τη χαρά της συνάντησης, την ερωτική οικειότητα μέχρι τον θυμό, από την έλλειψη ανταπόκρισης και την υφέρπουσα έμφυλη εξουσία, ανεξαρτήτως περιτυλίγματος και προσδιορισμού, από το 1977 που κυκλοφόρησε η ταινία του Κασσαβέτη μέχρι σήμερα φαίνεται πως υπάρχει μια δυσκολία στο να βγούμε λίγο από τον εαυτό μας για να ακούσουμε πραγματικά τι μας λέει ο άλλος. Και στο πέλαγος της κοινωνικής αγένειας υπήρξε μόνο ένα τρυφερό άγγιγμα και μάλιστα από το κουίρ αγόρι που έκανε τη διαφορά, μια όμορφη χειρονομία και μια κουβέντα που έκανε την ηθοποιό να δακρύσει. Εκείνη φαινόταν να αποζητά εκείνο το «και σ’ αγαπώ» που αδυνατούσαν να εκφράσουν οι παρτενέρ της. Και ίσως να ‘ταν κι αυτό που την κράτησε όρθια και ξάγρυπνη ένα 24ωρο, όπως και πολλούς από το κοινό αφού ξενύχτησε και ξημέρωσε και η Στέγη είχε ουρές ακόμη και τις πιο μικρές ώρες από κόσμο που ήθελε να ζήσει αυτή την εμπειρία.

Για μας πάλι το έργο ήταν ο καλύτερος φόρος τιμής στην ανυπέρβλητη ηθοποιό που έπαιζε στον κινηματογράφο σαν να βρίσκεται στο θέατρο, την Τζίνα Ρόουλαντς (1930-1924), που μας αποχαιρέτησε μία μέρα πριν από τον Δεκαπενταύγουστο, αφήνοντάς μας πλουσιότερους καθώς το πηγαίο μεγαλείο της κατέκτησε την υποκριτική κορυφή με ένα ανεπαίσθητο στραβό χαμόγελο, αυτό που μπορούσε να κρύβει τα πάντα και να ανατρέπει ακόμη περισσότερα.