Νιώθεις ευχάριστα να κουβεντιάζεις με την Κάτια Γέρου και τη Λουκία Πιστιόλα. Η ζωή τους μοιάζει με κύματα θάλασσας που ενώ θαλασσοδέρνει τα κορμιά τους, ξαφνικά ηρεμεί και τα ανεβάζει στον αφρό. Συμμορφώνονται και οι δύο με τις απαιτήσεις της τέχνης. Τις ενώνει η φιλία, η συνεργασία, η γενναιοδωρία καρδιάς
Κάτια Γέρου. Σε πλησιάζει δειλά και συνεσταλμένα. Κλεισμένη σαν όστρακο που κρύβει μέσα του κάτι πολύτιμο, φαίνεται η εσωτερική της λάμψη όταν αρχίζει να εξιστορεί. Με μάτια θλιμμένα αλλά με ωραίο ύφος. Είναι μια ωραία μορφή αισθήματος, ευαισθησίας και σκέψης.
Λουκία Πιστιόλα. Το μεγάλο κατόρθωμα της Λουκίας είναι η ίδια η προσωπικότητά της, η στοχαστικότητα, η ψυχραιμία και η φιλοσοφημένη ανάγκη για τη ζωή και την τέχνη. Κάθε φορά ανακαλύπτει και έναν καινούργιο κόσμο εκεί που νόμιζε ότι την εγκαταλείπει.
Η φιλόξενη Πινακοθήκη Γκίκα μάς υποδέχτηκε για ακόμη μία φορά, όπως ανοίγει τις πόρτες της εδώ και χρόνια στους συνδημιουργούς.
● Πώς ξεκίνησε η γνωριμία και η συνεργασία σας;
Λουκία Πιστιόλα: Οταν ήρθα από το Αγρίνιο στην Αθήνα, στη Νομική Σχολή, δεν ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά με το θέατρο. Είχα πάθος ερασιτεχνικό. Πήγα στο θεατρικό του Πανεπιστημίου, που τότε ήταν στις δόξες του. Εκεί ακουγόταν συνέχεια ένα όνομα: «Κάτια Γέρου». Ολοι μιλούσαν για έναν θρύλο. Οταν έμαθα ότι είναι και Αγρινιώτισσα, ανέβηκα δυο σκάλες. Ηρθε η συνεργασία μας στον «Γκοντό» και πια ήμουν ξετρελαμένη.
Κάτια Γέρου: Τη Λουκία την αγαπούσα από μακριά. Επειδή ήμασταν Αγρινιώτισσες ένιωθα έναν αόρατο σύνδεσμο. Εμείς οι Αγρινιώτες είμαστε πολύ εμπαθείς με την καταγωγή μας. Το αγαπάμε πολύ το μέρος στο οποίο γεννηθήκαμε. Οταν συναντηθήκαμε από κοντά στον Μπέκετ, κατάλαβα ότι είχα δίκιο. Είδα μια κοπέλα -μητέρα τριών παιδιών, αλλά μπέμπα στα μάτια μου- τρομερή, θαρραλέα, γενναία, σκυλί στη δουλειά. Βρεθήκαμε τέσσερις γυναίκες: η Λουκία, εγώ, η Δήμητρα Χατούπη και η Μυρτώ Αλικάκη και κάναμε αντρικούς ρόλους. Ηταν από τις πιο αρμονικές συνεργασίες που συνέβησαν ποτέ. Σαν να ήμασταν στην κοιτίδα του Θεάτρου Τέχνης που για μια εικοσαετία δουλεύαμε πολλοί άνθρωποι μαζί. Μας το έλεγαν και οι θεατές τότε, ρωτούσαν «τι είναι αυτό που σας συνδέει τόσο πολύ και είναι τόσο ωραίο;»
Λ.Π.: Εξι χρόνια μετά συνεχίζει αυτό το δέσιμο, είμαστε σαν αδερφές, σαν οικογένεια. Σκεφτόμαστε πάντα μαζί.
Κ.Γ.: Επειδή όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος περνάει άπειρα ζόρια -και η Λουκία έχει περάσει τα ζόρια της κι εγώ τα δικά μου- αυτά με μία έννοια, αν δεν παραδώσεις τα όπλα, είναι ακόμα ένα νήμα που σε συνδέει. Η αλληλεγγύη που δείχνει κανείς, που δεν χρειάζεται να είναι από το πρωί ώς το βράδυ δίπλα στο φιλαράκι του που πάσχει, αλλά ένα τηλέφωνο και μια κουβέντα «εδώ είμαι εγώ για σένα», που και το εισέπραξα και το άκουσα, για μένα, Εύα μου, αυτό σώζει ζωές.
Λ.Π.: Εμένα με κρατάνε οι φίλοι μου.
Κ.Γ.: Εγώ με το βιτριολικό μου χιούμορ -που το έχω αποκτήσει τα τελευταία χρόνια- λέω ότι όταν φεύγει κάποιος άνθρωπος από τη ζωή που αποτελούσε τον συνεκτικό κρίκο ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, λέμε ότι βγαίνει ένα χαρτί που λέγεται πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών. Αυτό δεν ξέρω τι σημαίνει. Για μένα είναι οι άνθρωποι που σου κρατάνε το χέρι και σου λένε μια ζεστή κουβέντα. Αυτοί για μένα είναι οι συγγενείς μου πια.
Λ.Π.: Θέλω να πω το μεγάλο μάθημα που πήρα από τον «Γκοντό». Εχοντας κάνει τα παιδιά μου, όταν ξαναμπήκα στο θέατρο μετά από εφτά χρόνια που απείχα -τώρα είναι μεγάλα, αλλά όταν γεννήθηκαν εγκατέλειψα το θέατρο για να τα μεγαλώσω- μου έδωσαν ένα βραβείο και με ανέφεραν ως πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό. Εκανα αρκετούς ρόλους που ήταν δύσκολοι. Εντα Γκάμπλερ, Ελενα από τον «Θείο Βάνια», Κασσάνδρα από την «Ορέστεια» κ.ά. Παιδευόμουν πάρα πολύ, ρόλοι-μεγαθήρια. Το άγχος, η ευθύνη. Ποιος ήταν ο πιο εύκολος ρόλος που δεν κατάλαβα πώς βγήκε; Ο Πότζο από το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Και θέλω να σας πω μια ιστορία, που τόσα χρόνια δεν είχα το θάρρος να την πω στην Κάτια.
Ερχεται ο Καπελώνης και μου λέει: «Θέλω να κάνω το “Περιμένοντας τον Γκοντό” με γυναίκες». «Ωραία», λέω, «Θέλεις να κάνω τον Βλαντιμίρ;», «Οχι», μου λέει. «Να κάνω τον Εστραγκόν;», «Οχι». «Μη μου πεις ότι θες να κάνω τον Λάκι;», «Οχι» απάντησε. «Ε και τι θα κάνω, καφέδες θα φέρνω;», «Θα κάνεις τον Πότζο». Σηκώνομαι από τη θέση μου και του λέω: «Βλέπεις πώς είμαι ψηλή; Τι σχέση έχω με αυτό το τέρας;» «Είσαι η πιο αγνή που ξέρω, για αυτό θα κάνεις αυτό». Σκέφτηκα ότι έχω την αποτυχία εξασφαλισμένη. Ομως είναι η Κάτια Γέρου που τη θαυμάζω και τη λατρεύω. Είναι η Δήμητρα Χατούπη που ήταν «κατσελάκι» κι επίσης άκουγα το όνομά της όταν πήγα στη Σχολή Κατσέλη. Είναι η Μυρτώ Αλικάκη, που την ξέρω και την αγαπώ πολύ. Είναι φίλες μου. Αρα τι θα κάνω; Θα ακούω και θα στρώνω το χαλί για αυτές.
Πήρα ένα μεγάλο μάθημα ότι οι ρόλοι λάμπουν και βγαίνουν εύκολα όταν υπάρχει αυτή η σχέση. Οταν δίνεις στον άλλο. Οταν τον ακούς. Οταν φροντίζεις να πεις την ατάκα σου με τρόπο ώστε να απαντήσει. Με ρωτάνε πώς το έκανα αυτό και λέω πολύ εύκολα, απλώς ακούγοντας τις φίλες μου κι έχοντας μια σχέση ουσιαστική και αγάπη.
Κ.Γ.: Αυτό που λες είναι η αλφαβήτα της υποκριτικής.
Λ.Π.: Ναι, Κάτια μου, αλλά δεν το μαθαίνουμε.
Κ.Γ.: Το να ακούς. Αν μου πεις κάτι προσβλητικό και με χαράξει σαν οξύ, θα σου απαντήσω καταλλήλως. Αν μου πεις κάτι τρυφερό, το ίδιο. Αυτό το μοντάζ των διαφορετικών στιγμών που αλλάζουν ανά δευτερόλεπτο σε ένα θεατρικό κείμενο, αυτό φτιάχνει τον συνολικό ρόλο. Γι’ αυτό δεν βαριόμαστε να δούμε εκατό φορές τον Λιρ. Ο κάθε Λιρ είναι τελείως διαφορετικός. Δεν είναι φωτοτυπία.
● Πόσο καθορίζει κάποιον το ξεκίνημα και οι βάσεις που παίρνει τα πρώτα χρόνια στον χώρο;
Κ.Γ.: Αυτό που έμαθα από τον Κουν και τον Λαζάνη τα πρώτα είκοσι χρόνια στο Θέατρο Τέχνης είναι ότι το επάγγελμα αυτό είναι θέμα ζωής και θανάτου. Δεν κάνουμε κακές πρόβες γιατί σήμερα βαριόμαστε, πονάει το στομάχι μας ή οτιδήποτε. Ούτε μια παράσταση χλιαρή επειδή από κάτω είναι λίγοι άνθρωποι. Δίνουμε τα ρέστα μας. Το δεύτερο είναι ότι η μελέτη δεν έχει τέλος. Δεν μπορείς να επαναπαυτείς στο ένα πράγμα που σκέφτηκες για έναν ρόλο και σου είπε ο σκηνοθέτης σου ότι είναι ωραίο και κάθε μέρα να μασουλάς όσα έκανες. Πρέπει να προτείνεις συνέχεια πράγματα. Οταν κάποιος θεατής παρακολουθεί μια παράσταση με γυρισμένη πλάτη, μόλις ακούσει κάτι όμορφο, θα γυρίσει μπροστά, θα ξεκολλήσει η πλάτη από την καρέκλα και θα πει «αχ, αυτό το έχω σκεφτεί και εγώ». Εκεί έγινε η δουλειά. Πας σπίτι σου και κοιμάσαι ήσυχος.
● Η μέθεξη.
Κ.Γ.: Αυτό.
Λ.Π.: Ρωτάει ο κόσμος πώς μπορούμε και κάνουμε επί τρεις ή έξι μήνες την ίδια παράσταση. Μα δεν είναι η ίδια ποτέ. Ηθοποιός, μέσον και κοινό. Οταν το κοινό αλλάζει κάθε βράδυ, είναι μια καινούργια σύμβαση.
● Θα ξανασυνεργαστείτε;
Κ.Γ.: Θέλουμε σαν τρελές.
Λ.Π.: Εγώ μόνο με την Κάτια θέλω. Να με βάλουν σε ηλεκτρική καρέκλα και να μου βρούνε ρόλο. Θέλουμε να ξανακάνουμε τον «Γκοντό».
Κ.Γ.: Μετά από 11 χρόνια.
Λ.Π.: Στους ίδιους ρόλους, διαφορετικό.
Κ.Γ.: Το ίδιο καστ δουλεμένο απ’ την αρχή. Πού να θυμόμαστε και πώς ήμασταν. Να το προτείνουμε κάπου.
Κ.Γ.: Ξεκινήσαμε να ανεβάσουμε τον «Γκοντό» στις φυλακές Κορυδαλλού. Παίξαμε μία μέρα για ποινικούς και μία για πολιτικούς κρατούμενους.
Λ.Π.: Ηταν το ωραιότερο κοινό κι αυτό που κατανόησε καλύτερα.
Κ.Γ.: Δεν υπήρχε αυτό το κοινό. Αυτό το έργο μπορεί να προκαλέσει τεράστιο γέλιο, γιατί οι φράσεις είναι τόσο ζωντανές και σπινθηροβόλες, απροσδόκητες που πεθαίνεις απ’ τα γέλια. Στο Θέατρο Τέχνης κάποιοι τσιμπούσανε. Οταν κάποιος γέλαγε, καμιά φορά ακουγόταν από πίσω «σσσς». Σου λέει βλέπουμε Μπέκετ κι εσύ θα καλαμπουρίσεις; Μα είναι καραγκιοζίστικο, είναι έτσι γραμμένο. Κάναμε υπέροχες συζητήσεις και τις δύο μέρες και δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.
● Ηταν λοιπόν μια εμπειρία συγκλονιστική και αξέχαστη.
Λ.Π.: Τελειώνοντας τον «Γκοντό», αρρώστησε ο γιος μου και έφυγα από το θέατρο. Ηταν μια πολύ σκληρή εμπειρία. Η εμπλοκή μου με τις φυλακές, που κράτησε τρία χρόνια, έγινε ένας θεατρικός δρόμος, ένα ταξίδι εκείνη την περίοδο. Ανακάλυψα ότι όσο υπολείπονται αυτοί οι άνθρωποι σε τεχνική και γνώσεις, τόσο το αναπληρώνουν σε βιώματα.
Ο γιος μου -επίσης ηθοποιός- ήταν βοηθός μου στην παράσταση που ανέβασα με τους κρατούμενους, η οποία ήταν σπονδυλωτή και έπαιζε όλη η ομάδα μου. Μου έλεγε «Μάνα, φεύγουμε από τον παράδεισο των φυλακών και πάμε στην κόλαση της επαγγελματικής πρόβας». Ναρκισσισμός. Το «εγώ» που εκεί δεν υπάρχει καθόλου. Ανοιχτές ψυχές. Ετοιμες να δείξουν πράγματα. Νιώθουν υπέροχα που κάποιος τους εμπιστεύεται τόσο, που είναι αυστηρός μαζί τους γιατί ενδιαφέρεται. Εγώ ήμουν μάνα. Οταν τους φώναζα, μου έλεγαν «γιατί μου φωνάζεις». Ηταν η πιο ευτυχισμένη μου στιγμή στο θέατρο εκτός από τον «Γκοντό».
● Ποια είναι η γνώμη σας από περιοδείες σας στην περιφέρεια;
Λ.Π: Ο κόσμος διψάει για θέατρο στην περιφέρεια.
Κ.Γ.: Σκέφτομαι πολλές φορές να πάμε και αλλού να δώσουμε κάτι, για να έχουν τη δυνατότητα και οι άνθρωποι στην επαρχία να απολαύσουν μια παράσταση.
● Τι σχεδιάζετε για το μέλλον;
Κ.Γ.: Του χρόνου τον Σεπτέμβριο θα γίνει ένα αφιέρωμα στον Κυριάκο Κατσουράκη. Θα επαναλάβω κάτι που κάναμε με τη Ναταλία Γεωργουσοπούλου, βασισμένο στο βιβλίο της Αλεξίεβιτς που είναι ένας ύμνος για τη ζωή. Θα κάνω έναν μονόλογο από ένα μικρό μυθιστόρημα ενός Χιλιανού συγγραφέα.
Λ.Π.: Είμαι πολύ χαρούμενη γιατί με τις «Ψυχοκόρες» τελειώνω οριστικά την τηλεοπτική μου καριέρα. Ηταν ένα καταπληκτικό σίριαλ. Μετακομίζω μόνιμα στην Αίγινα. Θέλω να ζήσω με το ελάχιστο. Στον «Γκοντό» αναφέρεται η φράση: «Η νοσταλγία είναι εμπόδιο στο σήμερα». Αυτό όταν το κατανόησα και το έκανα μότο της ζωής μου ένιωσα μια τρομακτική ελευθερία.
-980x552.jpg)