Η γλώσσα της πολιτικής, μολονότι απευθύνεται προς τους πάντες, είναι ιδιότυπη. Οχι φυσικά σε σημείο που να μην μπορούν οι αποδέκτες της να την καταλάβουν, αλλά υπό την έννοια ότι χρησιμοποιεί μια σειρά από ρητορικά τεχνάσματα για να καθοδηγήσει αθέατα τις αντιδράσεις του ακροατηρίου προς μια ανάγνωση, η οποία ευνοεί τον ομιλούντα πολιτικό.
Πολλά και ποικίλα τα παραδείγματα. Θα περιοριστούμε λοιπόν στα πιο χαρακτηριστικά. Ο λόγος των πολιτικών υποτίθεται ότι περιγράφει αντικειμενικά το τι συμβαίνει, ενώ στην πραγματικότητα δηλώνει αυτό που θα ήθελαν να συμβεί, αυτό που θα τους συνέφερε να συμβεί. (Με τους όρους της γραμματικής, η οριστική έγκλιση του ρήματος υποκαθίσταται από την ευκτική). Ενας άλλος παρόμοιος, αλλά κρυφός και πιο αποτελεσματικός ρητορικός τρόπος, είναι η λεγόμενη «λήψη του ζητουμένου», που με απλά λόγια σημαίνει ότι θεωρούμε δεδομένο αυτό που καλούμαστε να αποδείξουμε.
Αισθάνομαι την ανάγκη να διευκρινίσω προς αποφυγήν παρεξηγήσεως ότι τα παραπάνω και ό,τι ακολουθεί δεν έχουν κομματικό χρώμα. Δηλαδή ισχύουν για όλους. Αριστερούς, κεντρώους και δεξιούς. Για να μιλήσουμε όμως συγκεκριμένα επέλεξα ένα άρθρο του Δημήτρη Στρατούλη, γραμματέα της Λαϊκής Ενότητας-Ανυπότακτης Αριστεράς, το οποίο δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις 27 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε μετά τη μνημονιακή συνθηκολόγηση το 2015».
Νομίζω ότι ο τίτλος τα λέει όλα. Ο Δ. Στρατούλης απαριθμεί τα δεινά που άμεσα ή έμμεσα οδήγησαν στη σημερινή κατάντια του ΣΥΡΙΖΑ: τη βαθμιαία και συνεχή μείωση των ποσοστών του, όπως καταγράφονται σε όλες τις μετέπειτα εκλογικές αναμετρήσεις, την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να αρθρώσει έναν πειστικό αντιπολιτευτικό λόγο και κυρίως την ιδεολογική μετάλλαξη του κόμματος, την οποία επέβαλε ο Στέφανος Κασσελάκης, το ελληνικό κακέκτυπο του Ντόναλντ Τραμπ. Τα στιγματίζει, και καλά κάνει θα έλεγα. Τα αποδίδει όμως αποκλειστικά στην περιβόητη κωλοτούμπα του Αλέξη Τσίπρα, δηλαδή τη «μνημονιακή συνθηκολόγηση τον Αύγουστο του 2015, όταν η ηγεσία του κόμματος μετέτρεψε το περήφανο ΟΧΙ του ελληνικού λαού στα μνημόνια σε ταπεινωτικό ΝΑΙ».
Εδώ βρίσκεται το καίριο σημείο. Ο Δ. Στρατούλης θεωρεί δεδομένο, και κατά συνέπεια εκτός συζήτησης, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο έπρεπε αλλά κυρίως μπορούσε να μη συνθηκολογήσει και όντως να σκίσει τα μνημόνια με έναν νόμο κι ένα άρθρο και θα ’ταν μέρα μεσημέρι. Αυτή είναι η λήψη του ζητουμένου: ο Δ. Στρατούλης δεν μπαίνει καν στον κόπο να μας πείσει με επιχειρήματα και στοιχεία ότι το «περήφανο ΟΧΙ» θα έλυνε το πρόβλημα. Του αρκεί το γεγονός ότι ήταν, ή μάλλον ακουγόταν, πολύ αριστερό.
Τα πράγματα όμως περιπλέκονται ακόμα περισσότερο: η λήψη του ζητουμένου στην προκειμένη περίπτωση ενισχύεται από το ότι η «σωστή» αντίδραση που προτείνει ο Δ. Στρατούλης δεν είναι διαψεύσιμη. Κι αυτό, επειδή το μέλλον παραμένει εξ ορισμού άδηλο. Δηλαδή καμιά εκδοχή του δεν μπορεί εξ ορισμού να αποκλειστεί. Αυτό όμως φαίνεται πως δεν ισχύει για την Αριστερά, η οποία ως έκφραση της ιστορικής νομοτέλειας βαδίζει πάντα στον σωστό δρόμο. Ετσι εξηγείται η αισιοδοξία των ανυπότακτων ριζοσπαστών της Αριστεράς. Ενώ όλες οι ενδείξεις μάς λένε το αντίθετο, εκείνοι πιστεύουν ότι το καζάνι βράζει, ή μάλλον θα έπρεπε να βράζει, και «μια σπίθα χρειάζεται…».
Νομίζω ότι ο Δ. Στρατούλης σωστά επέλεξε τη μνημονιακή συνθηκολόγηση του 2015 για να εξηγήσει τα όσα λυπηρά και ντροπιαστικά συμβαίνουν σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που η διάγνωση της ασθένειας μάλλον δείχνει το αντίθετο. Ισως το μέγα λάθος δεν ήταν ότι τελικά ενέδωσαν, αλλά ότι πίστεψαν πως δεν θα ενδώσουν. (Εδώ κολλάει το «είχαμε αυταπάτες» του Αλέξη Τσίπρα.) Και γενικότερα ότι θεώρησαν πως οι Ελληνες έγιναν επιτέλους αριστεροί, ενώ στην πραγματικότητα η απόγνωση τους έκανε να πειστούν από εκείνους που τους έλεγαν ό,τι ήθελαν να ακούσουν. Οσον αφορά δε την τότε ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: είτε διάβασαν λάθος τα σημεία των καιρών, άρα ήταν αφελείς, είτε αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία για να κυβερνήσουν, άρα ήταν κυνικοί.
Κρίνοντας από τα όσα λέγονται και πράττονται, όλα τα κόμματα δημαγωγούν, της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης. Δυστυχώς δεν γίνεται αλλιώς σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η οποία, όπως λέγεται, είναι ένα σύστημα με πολλά ελαττώματα, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει καλύτερο. Κι όμως, το τραυματικό 2015 θα μπορούσε να γίνει η αφετηρία για έναν πιο γόνιμο και σαφώς πιο δύσκολο αναστοχασμό που δεν θα αναμασάει διάφορες κονσερβαρισμένες έννοιες, όπως οι «προοδευτικές δυνάμεις» και το «δημοκρατικό τόξο», ούτε κραυγές του τύπου «Επάνω τους και τους φάγαμε!».
