Η Ελληνική Συμφωνιέτα έκλεισε τα έξι της χρόνια. Και το λέμε εμφατικά, καθώς πρόκειται για ένα νέας φιλοσοφίας σχήμα ως προς την οργάνωση αλλά και ως προς τη μουσική φιλοσοφία. Ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2018 από τον μαέστρο Γιώργο Γαλάνη, τον βιολονίστα Γιάννη Γεωργιάδη και έναν κύκλο νέων μουσικών, αποφοίτων ωδείων και μουσικών Πανεπιστημίων της Ελλάδας και του εξωτερικού και η δομή της δεν εδραζόταν ούτε σε εξουσιαστικές παρορμήσεις ούτε σε κρατικές χρηματοδοτήσεις. Ηταν μουσικοί που ήθελαν να είναι συνεργάτες, με έναν κοινό σκοπό: την προώθηση της κλασικής μουσικής και την προβολή των νέων Ελλήνων μουσικών, πέρα από κλίκες και κέντρα εξουσίας. Γιατί, όπως λέει και ο ίδιος ο μαέστρος Γιώργος Γαλάνης: «Εχει ταλέντα η Ελλάδα. Αρκεί να τα ανακαλύψουμε και να τα αναδείξουμε».
Τώρα η Ελληνική Συμφωνιέτα (Sinfonietta Hellenica) μας παρουσιάζει την αγαπημένη στο ελληνικό κοινό οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Ο βαφτιστικός», για τέσσερις βραδιές, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε μουσική διεύθυνση Γιώργου Γαλάνη, σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Σοφίας Καψούρου. Πρόκειται για μια οπερέτα σε τρεις πράξεις, με έντονο το στοιχείο του χιούμορ και της σάτιρας, καθώς έχει βασιστεί στη γαλλική φάρσα «Madame et son filleul» («Η κυρία και ο βαφτιστικός της»). Ο Σακελλαρίδης έγραψε τη μουσική και το λιμπρέτο ενώ το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1918, με μεγάλη επιτυχία. Τα δε τραγούδια του είναι γνωστά έως σήμερα («Εγώ είμαι η νέα γυναίκα», «Η καρδιά μου πονεί για σας» κ.ά.). Και καθώς το θέμα του είναι κάπως καλοκαιρινό, οι βραδιές αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «το τελευταίο μεγάλο πάρτι του καλοκαιριού. Ζητούμε δηλαδή από το ελληνικό κοινό λίγο καλοκαίρι ακόμα» όπως μας λέει ο Γιώργος Γαλάνης.
«Ο “Βαφτιστικός” θίγει μέσα απ’ το χιούμορ, μεταξύ άλλων, διαχρονικά ζητήματα, όπως την αψυχολόγητα πεισματική επιμονή και καθήλωση του ατόμου σε νεκρές σχέσεις, τη χρήση κοινωνικών θεσμών, όπως ο γάμος, ως μέσων κοινωνικής υπόστασης και ενίοτε καταξίωσης, την εύκολη χρήση του ψέματος ως εργαλείου επιβίωσης, την εντιμότητα και ανιδιοτέλεια ως στοιχεία του ατόμου που το υπονομεύουν αντί να το ευνοούν» συνεχίζει. «Μέσα από τη χαρτογράφηση των χαρακτήρων και τη δημιουργία εικόνων στο υποσυνείδητο του θεατή, δίδονται ίσως κάποια ερεθίσματα για να παραλληλίσει μια κωμική κατάσταση με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα στην οποία ζει». Τον ρωτάμε αν πιστεύει πως στο σήμερα, στην εποχή της άκρατης σχεδόν πολιτικής ορθότητας, θα μπορούσε να γραφτεί ένα τέτοιο έργο, που σατιρίζει αρκετά τα στερεότυπα, ως φάρσα φυσικά: «Δεν πιστεύω ούτε και θέλω να φανταστώ όμως σε καμία περίπτωση ότι η σημερινή “πολιτική ορθότητα” έχει απλωθεί στις πένες των συγγραφέων και εν γένει δημιουργών σε σημείο που να απαγορεύει την έκφραση ιδεών, την επικοινωνία, τον σαρκασμό και τον έμμεσο ή άμεσο σχολιασμό της κοινωνικής πραγματικότητας» απαντά o κ. Γαλάνης.
«Ναι, σαφώς η “πολιτική ορθότητα” ήρθε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις ζωές μας και καλώς έχει εδραιώσει τη θέση της στην κοινωνία μας. Εναπόκειται, ωστόσο, στον πνευματικό κόσμο μας να βάλει με τη σειρά του όρια σε αυτήν, ώστε να μη φτάσουμε στο άλλο άκρο της λογοκρισίας. Ενα παρόμοιο του “Βαφτιστικού” έργο φυσικά και θα μπορούσε να γραφτεί πιο σύγχρονο, με τον ανάλογο σεβασμό στις αξίες και τα προβλήματα της εποχής μας και, αν με ρωτάς, εμείς τολμήσαμε να βάλουμε το λιθαράκι μας σε αυτή την κατεύθυνση με την ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά της συνεργάτιδός μου Σοφίας Καψούρου. Τα υπόλοιπα περί σκηνοθεσίας, στην παράσταση!».
Τελικά, μήπως το χιούμορ από μόνο του αρκεί ως μια σχεδόν επανασταστική πράξη σήμερα; «Το χιούμορ ήταν και είναι κάτι επαναστατικό και αυτό διότι δίνει τη δύναμη στον δημιουργό να επικοινωνήσει στο ευρύ κοινό τη δική του προσωπική οπτική ως προς οποιοδήποτε ζήτημα, ακόμη κι αν αυτό είναι μια κοινή πρακτική και ως εκ τούτου θεωρούμενη ως σωστή» μας λέει. «Η δύναμη του χιούμορ εντοπίζεται ιδίως στο ότι ο αποδέκτης του μηνύματος, ακόμη κι αν διαφωνεί προσωπικά ή ιδεολογικά με αυτό, εντούτοις αποδέχεται ειρηνικά την αντίθετη γνώμη ή ακόμη και αυτοσαρκάζεται, αναγνωρίζοντας την όποια λάθος τακτική του και κάνοντας περαιτέρω αυτοκριτική. Το χιούμορ δεν είναι ύπουλο μέσο επικοινωνίας, είναι όμως ώς έναν βαθμό επικίνδυνο, διότι a priori θεωρείται καλοπροαίρετο και θεμιτό. Ερχονται όμως εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα».
Η συγκεκριμένη οπερέτα έχει γίνει αγαπητή καθώς φέρει σκοπούς που μπορούσαν και μπορούν να τραγουδηθούν από όλους. Κι όμως, απαιτεί κλασικούς μουσικούς και είναι ένα συμφωνικό έργο. Ταυτόχρονα και λαϊκό: «Προσωπικά, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί συγκεκριμένα είδη μουσικής συνδέονται με συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα» διευκρινίζει ο κ. Γαλάνης. «Αν πάει κανείς στη Νέα Υόρκη, ο πρώτος που θα τον ενημερώσει τι παίζεται αυτή την περίοδο στη Metropolitan Opera είναι ο ταξιτζής που θα τον μεταφέρει στο ξενοδοχείο. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την ομορφιά μιας μελωδίας του Τσαϊκόφσκι; Ποιος μπορεί να μείνει ασυγκίνητος ακούγοντας μια συμφωνία του Μπραμς; Θεωρώ την κλασική μουσική και την όπερα λαϊκό είδος, το οποίο μπορεί να ευχαριστήσει κάθε λογής αφτιά. Ολα αυτά περί “Μεγάρων” και “σαλονιών” τα θεωρώ προκαταλήψεις μιας παλαιότερης γενιάς και εποχής. Αν είναι κάτι να αλλάξει ωστόσο σήμερα, είναι να δημιουργηθούν νέοι καλλιτεχνικοί οργανισμοί και φορείς, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια, και να αναδειχτούν οι Ελληνες καλλιτέχνες ως φορείς μιας μακραίωνης και διαχρονικής πολιτισμικής ταυτότητας» καταλήγει και σηκώνει την μπαγκέτα του…
—
Πληροφορίες: 12-14/9 στις 21.00 και 15/9 στις 19.00, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά-Κεντρική Σκηνή (Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, τηλ. 210-4143310). Προπώληση: more.com. Εισιτήρια: 15, 20, 25 και 30 €. Διάρκεια: 120’
