ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νικολέττα Τσιτσανούδη - Μαλλίδη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η επέτειος των 50 χρόνων από την πτώση της δικτατορίας παρέχει μια πρόσθετη ευκαιρία για τη μελέτη της ποιότητας των λόγων της δημόσιας σφαίρας στη συγκεκριμένη περίοδο, με χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της εστίασης τις μεταβολές στη μορφή και τους συμβολισμούς της γλώσσας των ΜΜΕ που συνδέθηκαν με τη λαϊκοποίησή του.

Μία από τις σηματοδοτήσεις της αποκατάστασης της δημοκρατίας το 1974 στην Ελλάδα ήταν η ανάγκη καλλιέργειας μιας καινούργιας κοινωνικής και πολιτικής και πολιτισμικής παιδείας. Στον υποδοχέα του καινούργιου εστίασαν όχι μόνον οι φορείς της πολιτικής, αλλά και της νεότερης δημοσιογραφίας, με την υιοθέτηση μιας λαϊκής ή και λαϊκότροπης γλώσσας με δημοκρατικές συνδηλώσεις και σημαίνοντα. Η καθιέρωση της ακώλυτης χρήσης της δημοτικής γλώσσας ευνοήθηκε ως ένα πολιτισμικό απότοκο της αποκατάστασης της δημοκρατίας. Η κοινωνική δυσπιστία που συνδεόταν με τη λαϊκότητα της ομιλούμενης γλώσσας υποχώρησε και το τέλος της επισημότητας του δημόσιου λόγου δεν άργησε να ακολουθήσει. Από τις ρομαντικές υπερβολές του αρχαϊσμού μεταβήκαμε σε νεότερες ρομαντικές υποδηλώσεις της χρήσης της λαϊκής γλώσσας ως απόδειξη μεγάλου ενδιαφέροντος της πολιτικής και τηλεοπτικής εξουσίας υπέρ των συμφερόντων του λαού.

Με την είσοδο της ελεύθερης ραδιοτηλεόρασης, οι εκπρόσωποι της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας επιχείρησαν να εμφανιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οικείοι έναντι των αποδεκτών του λόγου τους συγκλίνοντας «προς τα κάτω» το ρεπερτόριό τους, στο πλαίσιο της αποκαλούμενης επικοινωνιακής συμμόρφωσης, κατά τους Coupland και Giles. Αν και φορείς ενός εκ φύσεως δημόσιου και διακεκριμένου είδους λόγου, εν τούτοις εντρύφησαν στην άτυπη καθημερινή γλώσσα του μικρομεσαίου πολίτη εγκαταλείποντας την τυπικότητα και αυστηρότητα του παρελθόντος. Νεότεροι και σύγχρονοι «δημοτικιστές» που προέρχονταν από την πολιτικοεκδοτική ιεραρχία προσέγγισαν τα «χαμηλά» κοινωνικο-οικονομικά στρώματα μέσω της λαϊκότητας του γλωσσικού κώδικα και ειδικότερα ακόμη και με την επαναφορά διαλεκτικών στοιχείων, στο πλαίσιο μιας στάσης, που ονόμασα στάση υψηλής εικονικής και απατηλής οικειότητας.

Οι πρόσφατες αλλά και τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, όπως η οικονομική κρίση και τα διάφορα κινήματα διαμαρτυρίας που αναπτύχθηκαν, επανέφεραν τον συμβολισμό της χρήσης της ομιλούμενης δημοτικής στο φυσικό του πεδίο, αυτό της ανατροπής, της δημεγερσίας και της απείθειας στην εξουσία από όπου κι αν αυτή προέρχεται. Οι συμβολισμοί περί τη δημοτική αφορμώνταν μεν από την επαναστατική διάθεση, συσχετίζονταν όμως στη συνέχεια με την προσπάθεια της εξουσίας να πείσει τις μάζες για τη φιλολαϊκότητα και την κοινωνική της ευαισθησία.

Αργότερα επιχειρήθηκε μία ενδιαφέρουσα αντιστροφή, όταν τα πολιτικο-τηλεοπτικά, εγχώρια και ξένα, συστήματα επιστράτευσαν τη λαϊκή γλώσσα, όχι για να υπερασπισθούν τις αναμονές και τις προσδοκίες του λαού, αλλά για να στιγματίσουν τον λαό ως υπεύθυνο της εισόδου της χώρας στα Μνημόνια και σε καθεστώς οικονομικής επιτήρησης.

Μολονότι πριν από την εγκατάσταση των Μνημονίων, η λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιούνταν από δημοσιογράφους, πολιτικούς και διαφημιστές, για τη διεύρυνση των ακροατηρίων και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, η ίδια μορφή της γλώσσας, επιλέχθηκε στο εξής προκειμένου να διευκολύνει την κατασκευή της συναίνεσης και αποδοχής των σκληρών μνημονιακών μέτρων. Εάν, δηλαδή, στα χρόνια της ευμάρειας για την ελληνική κοινωνία, η γλώσσα υπηρετούσε την αποκαλούμενη στάση εικονικής ευμένειας και υψηλής απατηλής οικειότητας, στα «πέτρινα χρόνια» των Μνημονίων, η ίδια γλώσσα επιστρατεύτηκε για να στιγματίσει τον λαό εν γένει και την καθεμία μονάδα χωριστά για το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε η χώρα. Η έμφαση που δόθηκε στους δραματοποιημένους, πληθωρικούς και εξουσιαστικούς λόγους της δημόσιας σφαίρας, αποδόθηκε στη διά του φόβου διαμόρφωση της πειθούς και της αποδοχής από την πλευρά της μάζας.

Ενα επιπλέον στοιχείο που αναδύεται ως προβληματισμός αφορά τις αναθεωρήσεις στη νοηματοδότηση λέξεων και φράσεων που μέχρι τα Μνημόνια είχαν ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Η «επαναβάπτιση» των περιεχομένων, εάν θα μπορούσα να περιγράψω με αυτόν τον τρόπο την εν πολλοίς αυθαίρετη χρήση των σημαινόντων και των μορφών για να απεικονίσουν διαφορετικές ενέργειες ή καταστάσεις, οδήγησε σε μια σύγχυση το κοινό των παραληπτών, παρά την «ομοφωνία» την οποία επιχείρησε να επιβάλει μερίδα των ΜΜΕ. Αφορά μια επαναδιαμόρφωση των σημασιών και των ιδεών που όμως απεικονίζονται με τις ίδιες ηχητικές ακολουθίες, τις ίδιες ακουστικές εικόνες. Κι ενώ οι αλλαγές των γλωσσικών σημείων απαιτούν τη συγκατάθεση της κοινότητας, που είναι και ένας παράγοντας συντήρησης, εν τούτοις στην πράξη, παρατηρήθηκαν βίαιες μεταβολές ως προς τις έννοιες και τα περιεχόμενα των λέξεων, χωρίς αυτές να προκύπτουν από μια αβίαστη χρήση μεταξύ των φυσικών χρηστών, αλλά από την από επάνω προς τα κάτω επιβολή και νομιμοποίηση.

*Κοσμήτορας Σχολής Επιστημών Αγωγής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων**

**Στοιχεία του άρθρου από το βιβλίο της ίδιας «Greek Media Discourse from the reconstitution of democracy to the Memorandums of Understanding». Hellenic Studies Monograph Series. Center for Hellenic Studies, Trustees for Harvard University, Washington, D.C. Distributed by Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts and London (2022).